Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2007

Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς...

Όταν πρωτοδιάβαζα τα βιβλία του Χρόνη Μίσσιου ένιωσα ανάμεικτα συναισθήματα… Από την μια με έκαναν να γελώ με την ειλικρινή διακωμώδηση της κατάστασης και του πνεύματος εκείνης της εποχής αλλά και να μελαγχολώ και να σεκλετίζομαι, από την άλλη να στεναχωριέμαι, να πεισμώνω ακόμη και να οργίζομαι. Δεν μπορούσα να τα κατατάξω κάπου στα όσα μέχρι τότε είχα διαβάσει. Και να σκεφτεί κανείς ότι είμαι από τους ανθρώπους που γι’ αυτήν την σκοτεινή – ιστορικά – περίοδο της Ελλάδας έχω αφιερώσει αρκετό διάβασμα και μάλιστα τα χρόνια από το 1990 και ύστερα όπου άρχισαν να κυκλοφορούν αρκετές μελέτες και κείμενα τα οποία προσπαθούν αντικειμενικά – όσο μπορεί να ισχύει αυτό σε μια χώρα όπου όλοι οι κάτοικοι έχουν στο πολιτικό DNA τους γραμμένη την ιστορία του εμφυλίου – να δώσουν μια πραγματιστική εξήγηση των γεγονότων. Και λέω τα τελευταία χρόνια γιατί παλαιότερα οι όποιες απόπειρες ιστόρησης των γεγονότων ενέπιπταν σφόδρα στην προσπάθεια να δικαιώσουν την εκάστοτε πλευρά για την στάση και τα πεπραγμένα της. Για ένα νέο που προσπαθεί να μάθει την αλήθεια η αναζήτησή της κάτω από τις γραμμές ήταν δύσκολη, ενίοτε όμως και χρήσιμη.

Ο εμφύλιος (ή μάλλον η αντίσταση του Έθνους κατά του αναρχοκομμουνιστοληστοσυμμοριτισμού… πάντα γούσταρα αυτή τη πλάκα απέναντι σε όλους γιατί δημιουργεί αμηχανία και στους μεν και στους δε) τα πριν και τα μετά αποτέλεσαν ανέκαθεν μια ιστορία της Ελλάδος που κανείς δεν ήθελε να γράψει… απλά ανέφερε ο καθένας τα προσωπικά του βιώματα, αναζητούσε τρόπους δικαίωσης των πεπραγμένων και μετά, σίγουρος ότι έπραξε το δέον και συμβιβασμένος με τον εαυτό του, κατέληγε στην δόξα που γεννά η αυτοϊκανοποίηση. Τι να μου απαντήσουν όλα τα βιβλία που έγραψαν οι ζώντες μάρτυρες των γεγονότων όταν ο καθένας προσπαθούσε να απαλλάξει τον εαυτό του από κατηγορίες της γραμμής, να δικαιώσει φίλους και συντρόφους, να ισχυροποιήσει την κομματική γραμμή… Εξάλλου ο εμφύλιος στην Ελλάδα δε τελείωσε ποτέ… Τουλάχιστον μέχρι το 199…

Αν και είμαι γεννημένος σε οικογένεια Αριστερών, πάντα αυτό με έκανε και γελούσα αντί να σοβαρεύω. Το άκουγα κάπως σαν οικογένεια Διαφορετικών… Η μάνα μου δηλαδή και οι γονείς της, κυρίως ο παππούς. Ο παππούς ευτυχώς… πέθανε νωρίς. Ελασίτης και βασανισμένος εξόριστος από το 1949 έως και το 1963. Και μια τριετή συμπληρωματική στη δικτατορία. Μάνα και κόρη μεγάλωσαν σε επαρχιακή πόλη μόνες και κυνηγημένες. Μαζί μ’ αυτά και η διαγραφή το 1968 στις φυλακές λόγω εισβολής στη Πράγα – οι αριστεροί πάντα είχαν φαντασία σ’ αυτά!!! Απορώ ακόμη πως δεν έγινα κομμουνιστής. Μάλλον γιατί, όπως ξαναείπα, πέθανε ο παππούς το 1985, όταν ήμουν 10 ετών και γλίτωσα τη διαφώτιση. Πως πέθανε; Από εγκεφαλική συμφόρηση, μάλλον λόγω προσωπικών διαπιστώσεων σχετικά με το κόμμα, αυτά τα κατάλαβα μετά. Πάντως ο πατέρας μου ησύχασε. Δεν θα γινόμουν κομμουνιστής.

Η πλευρά του πατέρα μου δεν ήταν η πλευρά των δεξιών (ευτυχώς απ’ αυτό δεν είχαμε πιάσει). Αλλά ήταν η πλευρά που χωρίς να ανήκει ούτε στην μια ούτε στην άλλη πλευρά υπέφερε περισσότερο. Μια οικογένεια, 4 παιδιά, κατεβήκανε κακήν κακώς από ένα χωριό των Τ….. στο Β…. χωρίς να έχουν τίποτε αφήσει πίσω – τα είχαν κάψει οι Γερμανοί – και ακολουθώντας την πολιτική του ελληνικού στρατού να εκκενώνει τα χωριά που είχαν σχέσεις με τον ΕΛΑΣ. Η φτώχεια που μεγάλωσε ο πατέρας μου σε συνδυασμό με το κυνήγι και την φτώχεια της μάνας μου έκαναν το τέλειο μικροαστικό ζευγάρι. Όπως το 99% της Ελλάδας δηλαδή…

Το να μιλάει κανείς γι’ αυτά και να μην δίνει βιογραφικό είναι δεδομένο σε αυτήν τη χώρα. Και 150 χρόνια να περάσουν σε κάθε αναφορά θα υπάρχει ερώτηση: με ποια πλευρά ήσασταν τότε; Το ήσασταν αναφέρετε σε όλη την οικογένεια!!! Κάτι σαν τη λέπρα ένα πράγμα. Δεν δικαιούσαι να ομιλείς αν δε δώσεις ραπόρτο. Να ξέρει ρε παιδί μου ο άλλος αν τα όσα θα πεις τα λες ελεύθερα ή …. προβοκατόρικα. Κομμουνιστική λογική. Τέλος πάντων. Ο πατέρας μου με το θάνατο του παππού ησύχασε ότι δεν θα γίνω κομμουνιστής. Αγαπούσε την οικογένεια και ποτέ δεν κατάλαβε γιατί ο παππούς θυσίασε γυναίκα και κόρη για μια ιδέα. Ούτε και ο παππούς καταλάβαινε το πατέρα μου. Συζητούσαν όμως…

Όταν όμως ανακάλυψα μετά θάνατον τα βιβλία του παππού, κομμουνιστικά επί το πλείστον, έπεσα με τα μούτρα να τα διαβάζω. Κρυφά. Πολλά δε και δύσκολα. Εντάξει την «Εργατική και σοσιαλιστική ιστορία του 21ου» δεν την πάλευα, αλλά τη διάβασα. 2 τόμοι, εγώ διάβασα τον 2ο γιατί ο πρώτος είχε δοθεί στο κόμμα. Μισή δουλειά. Την ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης του Ελλενστάϊν; Την πολιτική διαθήκη του Άρη Βελουχιώτη; Δεν συζητώ τα λογοτεχνικά, από Κάφκα μέχρι Χατζή. Ακόμη και Μακρυγιάννη και τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. Ο παππούς ήταν βιβλιόφιλος. Ότι λεφτά του έστελνε η γιαγιά στη φυλακή τα ‘κανε βιβλία. Και οι ημερομηνίες, ’55, ’60, ’71. Διάφορα σοσιαλιστικά μυθιστορήματα. Τρέλα. Μόλις 12 ετών και μια βιβλιοθήκη όλη δική μου. Ο πατέρας μου όταν το πήρε είδηση τρόμαξε. Αλλά μια και διάβαζα ότι έπεφτε στα χέρια μου από 8 ετών δεν τόλμησε να με θίξει. Απλά μουρμούριζε… «πάλι βλακείες διαβάζεις, άνοιξε κανένα βιβλίο σχολικό» – μαθητής του 20!!!

Την ιστορία του Βουρνά την διάβασα απνευστί σε ένα καλοκαίρι. Μόλις 13 ετών και μ’ έπιανε το παράπονο για όσα διάβαζα. Τσαντιζόμουν με τις μαλακίες των βασιλιάδων και τις επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων, καθώς και με τους εδώ συνεργάτες τους. Αυτούς δε τους μισούσα περισσότερο… εν τέλει γαλουχήθηκα με την αριστερή λογική και σκέψη αλλά, φευ, κομμουνιστής δεν έγινα. Θα φταίει μάλλον ο φίλος μου ο Ν…. που ήταν τότε κομμουνιστάκι πρώτης, μοίραζε Ριζοσπάστη κάθε Κυριακή πρωί και δεν έπαιζε μπάλα. Και αυτό εγώ δεν το γούσταρα. Να μη κοιμάσαι τις Κυριακές – είχα και έναν φίλο που σηκωνόταν το πρωί να πάει στους προσκόπους, άλλος μαλάκας από κει – και να μην ξέρει μπάλα!!! Απολίτιστος!!!

Μ’ αυτά και μ’ αυτά αποτελούσα καλό αντίπαλο για συζήτηση στα πολιτικά. Ειδικά στο Λύκειο ξεσκόνιζα ότι υπήρχε στη βιβλιοθήκη και μάλιστα αγόρασα και άλλα βιβλία σχετικά με τον εμφύλιο. Κόλαση. Μέχρι που όταν τσακωνόμουνα με κάτι φίλους δεξιούς – καλά παιδιά μωρέ, αλλά δεξιοί – και ήθελα να σπάσω πλάκα απειλούσα ότι θα έρθω την επόμενη στο σχολείο με το κονσερβοκούτι του παππού!!! Γενικά συζήτηση αλλά και χαβαλές. Ήξερα όμως πάντα ότι κι αν δεν έχω δίκιο έπρεπε να υπερασπιστώ αυτή τη γραμμή. Γιατί; Απλά γιατί από ‘κεί ήταν οι άλλοι. Και κάποιος έπρεπε να είναι από δω. Ποιος άλλος; Εγώ!

Στο πανεπιστήμιο τα πράγματα ήταν πιο ωραία. Εκεί βρήκα πραγματικούς κομμουνιστές (μέχρι τότε δεν ήξερα πολλούς αλλά και δεν τους γούσταρα, δεν παίζανε μπάσκετ και ήταν και σοβαροί). Λόγω και των σπουδών, η συζήτηση είχε ενδιαφέρον. Επειδή γνώριζα τα γεγονότα, γούσταρα συζήτηση πολιτική. Αλλά όχι πια με δεξιούς. Είχα βαρεθεί στο Λύκειο, ήταν και το 1993, μετά το Μητσοτάκη οι δεξιοί είχαν νερώσει… Αλλά τα κομμούνια ήταν πρώτα. Με φκιάνανε άσχημα λόγω θεωρίας και τσιτάτων και μου βγάζαν έναν δεξιό – σοσιαλιστή – καιροσκόπο που είχα καλά κρυμμένο μέσα μου. Τι τα θες! Άμα δεν έχεις μια καλή εκπαίδευση από μικρός, δεν βγαίνεις καλός κομμουνιστής. Και εγώ όπως είπα ήμουνα αυτοδίδακτος. Κακό πράμα.

Έτσι με τους κομμουνιστές ήμουν αντιδραστικός, με τους δεξιούς κομμουνιστής. Και συγχρόνως, ως επαρχιωτόπουλο στην Αθήνα, πετούσα τα λεφτά του πατέρα μου σε βιβλία… προς μεγάλη του στεναχώρια αφού απείχα και από τη σχολή. Εν τέλει μέσα σε 4 χρόνια διάβασα μισή βιβλιοθήκη βιβλία για την ιστορία της Ελλάδος «…από τότε έως και σήμερα…». Κάτι γκουμούτσες πέντε πήχες η κάθε μια. Και για όλα. Από Επανάσταση και ’97 μέχρι διχασμό και εμφύλιο. Πίστευα ότι είχα σχηματίσει τη δική μου εικόνα για το πόλεμο. Το καλό είναι ότι και με τα καινούργια πονήματα, αλλά και λόγω φύσης (αψίκορος και ευκολοχόρταστος) άρχισα να μετακινούμαι από τις αρχικές μου θέσεις, μάλλον να συντηρητικοποιούμαι. Δεν έγινα δεξιός! Απλά άρχιζα να αμφιβάλω για πολλά και κυρίως να διαβάζω ξανά κάποια βιβλία του παππού με δικές του σημειώσεις. Άρχισα να θεωρώ ότι τελικά τα πράγματα δεν ήταν άσπρο μαύρο αλλά μάλλον γκρίζο. Ειδικά κάτι σημειώσεις του γέρου με συγκλόνισαν, καθώς καταλάβαινα ότι δεν πέθανε. Μάλλον έσκασε από την στεναχώρια του. Κι αυτό πριν πέσει το τείχος. Όχι δεν δικαιώθηκε. Απλά κοίταξε πίσω. Και μάλλον φοβήθηκε…

Το «καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς» και το «χαμογέλα ρε τι σου ζητάνε» τα διάβασα εκείνη την περίοδο. Και έπαθα σοκ. Πρώτον γιατί η περιγραφή των βασανιστηρίων του στις παιδικές της Κέρκυρας και η αποτυχημένη απόπειρα να το σκάσουν με έκαναν και έλιωσα στο κλάμα. Τα νεύρα μου δε, έγιναν κορδόνι. Τσαντίλα του υψίστου είδους… αλλά και μια γλυκύτητα στην περιγραφή. Ήθελα να απλώσω το χέρι και να τον βγάλω από το ζόρι. Το ‘νοιωθα στο πετσί μου. Όχι ότι εγώ θα άντεχα… όπως έλεγε και η γιαγιά «… άμα έρχονταν οι Γερμανοί θα κλάνατε πατάτες ψευτόμαγκες…». Κάτι θα ξέρει…

Αλλά το συγκλονιστικό και αυτό που μ’ έκανε αγνωστικιστή του κομμουνισμού (του αθεϊσμού είναι άλλη ιστορία), είναι οι απίστευτες ατάκες του σχετικά με την «θεότητα» του κόμματος. Ο Μίσσιος, Θεσσαλονικιός στην καταγωγή αλλά και στην νοοτροπία, απλός, ανόθευτος μάγκας, καρντασάκι, συναντά σε όλη τη διαδρομή τα χρόνια μετά το πόλεμο στις διάφορες φυλακές φίλους και γνωστούς από το μαχαλά και από τη Σαλονίκη. Με έπιανε πάντα μια στεναχώρια για τη ζωή όταν περιέγραφε στιγμές συνάντησης με φίλους του από τα παλιά. Ο Γράσσος και η συγκινητική ιστορία με την Αφροδίτη. Ο Παπαμαρσίπ. Ο Παυλάρας. Ο Βαγγέλης ο τρελός της Μακρονήσου στο τρελάδικο. Ο Ροντόλφο. Μια αφήγηση, που δεν είναι αφήγηση αλλά ένα συνονθύλευμα περιστατικών, αναμνήσεων, στιγμών αισθημάτων… μια μαγική εικόνα ζωής και θανάτου.

Δεν είμαι κριτικός δεν ξέρω να κρίνω βιβλία. Μόνο ένας απλός άνθρωπος που γράφω για βιβλία που με σημάδεψαν και άλλαξαν την ζωή μου και τις ιδέες μου. Η στιγμή που ο νεαρός Σαλονικιός κλαίει όλο πίκρα για το χαλασμένο από το χέρι του δεσμοφύλακα χαμομήλι που πέταξε το κρύο ντουβάρι της φυλακής είναι γεννημένη όχι από τη φαντασία ενός μεγάλου λογοτέχνη. Είναι πραγματικότητα, είναι η ίδια η ζωή. Είναι αυτό που έγινε μια φορά και τέρμα. Είναι ζωντανή περιγραφή, πόνος, δάκρυ, γέλιο. Δεν είναι βιογραφία. Είναι ντοκουμέντο. Γι’ αυτό και είναι τόσο αληθινό. Δεν είναι συγγραφέας ο Μίσσιος, όπως δεν ήταν συγγραφέας και ο Πρίμο Λέβι της Ανακωχής. Είναι η ίδια η ιστορία που σε φωνάζει να σκύψεις και να αφουγκραστείς. Όχι ηρωισμούς ούτε μεγάλες ιδέες αλλά τίμια αλήθεια. Απέναντι στην ιδέα της αριστεράς ο Μίσσιος αντιδρά εξίσου τίμια. Υπερασπίζεται όλους εκείνους που χάθηκαν άκαπνοι αλλά αγνοί για μια ιδέα για ένα όνειρο χωρίς να έχουν αγγίξει μια γυναίκα. Κι αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν αυτό το όνειρο για ίδιον όφελος. Αρχηγοί ακόμη και στους ηττημένους.

Η γκροτέσκο περιγραφή των στιγμών του κόμματος, το οποίο για κάποιους βρίσκεται στην Ανδρομέδα, γεννά θλίψη αλλά και γέλιο. Πως μπορεί να γελά κανείς σε ένα υπόγειο στην ασφάλεια συλλογιζόμενος τις μαλακίες του κόμματος; Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά την «ειρήνευση» του 1974, απορεί κάποιος άκαπνος για την «ιστορική συγκυρία που δεν επετεύχθη». Αέρα μπανά… Απίστευτο γέλιο που σε λυτρώνει από την πίκρα της τυραννίας των στιγμών. Αλλά καταλαβαίνεις ότι σε μια τέτοια σύγκρουση, άνθρωπος με άνθρωπο, υπήρξαν πιο σημαντικά πράγματα που έπεσαν στο πεδίο της μάχης από τις ιδέες. Τα όνειρα. Η φιλία. Η μπέσα. Ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος ο οποίος βγαίνει μέσα από αυτή τη πάλη πιο όμορφος αλλά και πιο άγριος από ποτέ. Ισχυρός, αδύναμος, ίσιος, μπαμπέσης, τρελός, γενναίος. Με μια γενναιότητα που τρομάζει γιατί δεν είναι μια ιστορία φαντασίας. Είναι ζωή….