Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2007

Η αρρώστια της νιότης...

Τυχαία παρακολούθησα φέτος τον Ιούνιο δύο θεατρικές παραστάσεις από τον ερασιτεχνικό θεατρικό όμιλο του Αγ. Στεφάνου. Χωρίς να έχουν συνεννοηθεί μεταξύ τους οι σκηνοθέτες επέλεξαν να ανεβάσουν στην ίδια σκηνή δύο θεατρικά έργα γραμμένα την περίοδο του μεσοπολέμου, τα οποία όμως προέρχονται από δύο «διαφορετικές» χώρες. Το γερμανικό «η αρρώστια της νιότης» και το γαλλικό «6ο πάτωμα».
Για κάποιον αδαή στην νεότερη ιστορία η εν λόγω συγκυρία δεν λέει τίποτε. Κι όμως…
Η εποχή του μεσοπολέμου αποτελεί το σημαντικότερο θέρετρο της ιστορίας για μια Ευρώπη όπως είναι σήμερα. Είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς την εξέλιξη της νεότερης Ευρωπαϊκής Ιστορίας χωρίς να βυθιστεί στην παραζάλη του μεσοπολέμου. Τότε που κυριολεκτικά άλλαξαν όλα. Και κυρίως οι άνθρωποι…
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μέχρι και το 1945 ήταν γνωστός στην ιστορία ως «Ο Μεγάλος Πόλεμος»! Λογικό αφού αποτέλεσε έναν πόλεμο του οποίου η έκταση ξεπέρασε τα στενά όρια της Ευρώπης, οι δε λαοί και τα κράτη που αναμίχθηκαν σε αυτόν κατελάμβαναν κάθε γνωστή έκταση του πλανήτη. Πέραν του γνωστού δυτικού μετώπου των χαρακωμάτων, υπήρξαν στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Αφρική και Ασία και στα νησιά της Ινδονησίας. Για πολλούς μάρτυρες του Β’ Π. Π. αποτέλεσε τον τελευταίο έντιμο πόλεμο – αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο για το πόλεμο – στην λογική ότι αφορούσε καθαρά στρατιωτικές δυνάμεις και δεν επηρέασε, άμεσα, το πληθυσμό. Μετά από τα εγκλήματα και της σφαγές των πληθυσμών του Β’ Π.Π. είναι λογικό να το ισχυρίζεται κανείς.
Η λήξη του πολέμου αποτέλεσε μια αποκάλυψη για όλο το τότε πολιτισμένο ευρωπαϊκό πληθυσμό. Ιδιαίτερα όμως για τους Γερμανούς, τους Γάλλους και τους Άγγλους. Οι τελευταίοι έκαναν αυτό το πόλεμο για να εδραιώσουν την θαλασσοκράτειρα αυτοκρατορία τους έναντι της επεκτατικής πολιτικής των Γερμανών. Στο τέλος του βρεθήκαν κατεστραμμένοι οικονομικά και οποιοσδήποτε έμπειρος πολιτικός αντιλαμβανότανε ότι είχε σημάνει η αρχή του τέλους… και επειδή όλα σε αυτή τη ζωή είναι οικονομία – και τα υπόλοιπα λόγια του αέρα – οι Βρετανοί βρεθήκαν χρεωμένοι έναντι των Αμερικανών και φυσικά συνέτειναν στην προσπάθεια της Γαλλίας να απομυζήσουν την ηττημένη Γερμανία μέσω των πολεμικών αποζημιώσεων για να ξεπληρώσουν τους Αμερικανούς. Ο κόσμος στην Αγγλία είχε όμως θορυβηθεί έντονα από το γεγονός ότι χρειάστηκαν 4 χρόνια και τεράστιες θυσίες για να νικηθεί η Γερμανία, άλλα άκουγαν το 1913. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1939 ήταν όμως προετοιμασμένοι…

Οι Γάλλοι είχαν υποστεί επί τέσσερα χρόνια μια τεράστια αφαίμαξη σε έμψυχο υλικό και σε οικονομικές θυσίες. Με το τέλος του πολέμου ήθελαν να υποχρεωθεί η Γερμανία να εξοφλήσει τα πολεμικά χρέη της Γαλλίας μέχρι και την τελευταία δεκάρα. Είχαν μπει και αυτοί στο πόλεμο με την ελπίδα να ανακτήσουν ότι είχε χαθεί το 1870 και να κρατήσουν τις υπερατλαντικές κτήσεις τους. Ο απολογισμός στο τέλος απέδειξε ότι οι θυσίες – ιδιαίτερα σε έμψυχο υλικό – ήταν αναντικατάστατες ανεξαρτήτως κέρδους. Τόσο αυτοί όσο και οι Βρετανοί τερμάτισαν το πόλεμο εξουθενωμένοι και φυσικά όπως κάθε πληγωμένος εγωισμός απαίτησαν από την Γερμανία πλήρη και ολοσχερής αποζημίωση. Στο μυαλό του κόσμου δεν υπήρχε χώρος για θριάμβους και πανηγύρια για τη νίκη αλλά ένα ξεφύσημα ικανοποίησης για το τέλος αυτού του πολέμου που δίχασε τους Γάλλους περισσότερο από κάθε άλλη φορά και έφερε στο προσκήνιο εντάσεις που επί 40 και πλέον χρόνια μετά την ήττα του ’70 κρατούνταν καλά κρυμμένα από τον θιγμένο γαλλικό σοβινισμό και εθνικισμό. Η μάχη στο Βερντέν έκανε το γαλλικό λαό να απεκδυθεί το μανδύα του ισχυρού που του επιζητούσαν να φοράει οι πολιτικοί και να ξεχυθεί με το τέλος του πολέμου στους δρόμους απαιτώντας … τη ζωή. Ζωή που είχε χαθεί για χιλιάδες Γάλλους τα χρόνια του πολέμου. Και σαν αντίδραση στην σιωπή και στην καταπίεση της πολεμικής προσπάθειας αλλά και σαν ένα τεράστιο όχι στο πόλεμο και στο θάνατο – μια απόλυτη φυσική αντίδραση για το άτομο αλλά όχι για το σύνολο – κυριολεκτικά ξεχύθηκαν στις κάθε είδους διασκεδάσεις και στην θαλπωρή της τέχνης για να ξορκίσουν το κακό. Είναι η εποχή της «Belle Époque»…
Στην ουσία της ζωής μετά το πόλεμο η Γαλλία θέλει να ξεχάσει. Όχι να μην το σκέπτεται απλά… να το διαγράψει τελείως! Στο «6ο πάτωμα» οι ένοικοι ζουν μια ζωή περιορισμένοι στον κόσμο του 6ου πατώματος. Τίποτε κάτω – ή πάνω – από αυτό δεν τους ενδιαφέρει. Το έργο, το οποίο αποτέλεσε μια από τις ωραιότερες θεατρικές επιτυχίες του Ηλιόπουλου και μάλιστα παίχτηκε και στο σινεμά με τον τίτλο «οι κυρίες της αυλής» με πιο χαρούμενο τέλος, είναι μια αντιπροσωπευτική εικόνα της Γαλλίας του μεσοπολέμου. Οι άνθρωποι είναι αποστασιοποιημένοι από κάθε συγκρουσιακή κατάσταση. Απλά περιγράφετε μια καθημερινότητα, απλή αλλά διασκεδαστική, με μια δισυπόστατη ερωτική ιστορία, με χαρακτήρες τόσο απλούς και καθημερινούς που απορείς… Κι όμως βγάζει το γέλιο και την πίκρα με την ίδια λεπτότητα και τον ίδιο απλό και φυσικό τρόπο. Ούτε βαθυστόχαστα νοήματα, ούτε αναλύσεις. Απλοί καθημερινοί άνθρωποι, απλή ζωή. Τίποτε περισσότερο. Ότι έλειψε από τη Γαλλία στον πόλεμο…

Και η Γερμανία… Η Γερμανία είχε υποστεί ένα τόσο μεγάλο σοκ που μόνο η τέχνη μπορεί να το περιγράψει…
Μπήκαν στο πόλεμο με το όνειρο της παγκόσμιας κυριαρχίας. Πεπεισμένοι για την πολεμική τους ικανότητα (ελεώ 1870) και την πολιτική τους υπεροχή (ελεώ Μπίσμαρκ). Όλες οι αντίθετες φωνές είχαν καταπνιγεί. Η νίκη φτερούγιζε πάνω από τα κανόνια τους. Τεχνολογία…
Τέσσερα χρόνια μετά η Γερμανία υπογράφει ειρήνη από το φόβο της εσωτερικής διάλυσης. Όλα τα πατροπαράδοτα πιστεύω έχουν κουρελιαστεί. Όλες οι αξίες, οι ελπίδες και τα όνειρα μιας κοινωνίας έχουν διαψευστεί. Τα πάντα καταρρέουν…
Η δημοκρατία της Βαϊμάρης ήταν ένα μόρφωμα που ποτέ δεν αποδέχτηκαν οι Γερμανοί και ποτέ δεν είδαν με συμπάθεια. Στην κατεστραμμένη από το πόλεμο Γερμανία οι συγκρούσεις εκτυλίχτηκαν με δαιμονικό ρυθμό. Όχι το κίνημα των Σπαρτακιστών, που κυριολεκτικά καταπνίγηκε εν τη γεννέσει του. Αλλά οι βαθιές κοινωνικές συγκρούσεις των ατόμων απέναντι στις αποτυχημένες αξίες και αρχές του Β’ Γερμανικού Ράιχ. Ο πόλεμος σκότωσε μια ολόκληρη νέα γενιά. Όσοι επιζήσανε αμφισβητήσανε σφοδρά την γερμανική ιδιοσυγκρασία, γκρεμίζοντάς την από το βάθρο της. Απογοητευμένοι και αυτοκτονικοί, άπιστοι σε κάθε ηθική αξία και αρετή, αμφισβητώντας θεσμούς και αξίες τις οποίες δεν άγγιζε κανείς για χρόνια, γκρέμιζαν με την καθημερινότητά τους όλα όσα πίστευε ο γερμανικός λαός και δημιούργησαν ένα κλίμα αλλαγής που πρώτη φορά αντίκριζε η γερμανική κοινωνία. Μια αρρώστια της νιότης...
Το έργο το έγραψε ο Φρεντερικ Μπρούκνερ το 1926 αλλά το θεωρούσε τόσο σκληρό που δίστασε να το ανεβάσει στο σανίδι. Εν τέλει ανέβηκε το 1929 χρονιά του κραχ. Δεν χρειάζεται να το αναφέρω λεπτομερώς, ούτε και να περιγράψω πόσο πολύ με συγκλόνισε. Ο Φρέντερ, ένας άνθρωπος χωρίς αξίες, κυνικός, ιδιοτελής, τόσο όμορφα θηριώδης και στυγνός εκμεταλλευτής των ψυχών. Μια χαρισματική αλλά και αυτοκτονική Ντεζιρέ, πανέμορφα ερωτική καθώς πορεύεται προς το θάνατο, καταρρίπτοντας κάθε αστικό μύθο. Η γλυκιά Μάριον, που καταφέρνει να χάσει αυτόν που αγαπάει για να καταλήξει κι αυτή σπρωγμένη από τον πεσιμισμό της Ντεζιρέ και το χέρι του Φρέντερ στο θάνατο. Ο άφιλος και κενός γιατρός, ο μόνος που τολμά να αναφερθεί στο πόλεμο, απλός παρατηρητής όλων. Η αθώα και ευχαριστημένη υπηρέτρια που πείθεται από τον Φρέντερ να γίνει πόρνη. Οι δυο εραστές που αδρά σκιαγραφούν το αποκρουστικό πρόσωπο της χιτλερικής Γερμανίας, έτοιμοι για κάθε ατιμία «εντός των κοινωνικών πλαισίων…»
Αυτή είναι η γενιά του πολέμου. Μέσα από τη βρομιά των χαρακωμάτων και την πτώση των αετών, μια γενιά καταρρέει, διαμαρτυρόμενη. Η νεολαία της Γερμανίας δεν έπαψε να «πεθαίνει» με τη λήξη του πολέμου. Από τις στάχτες της ξεπετάγεται ένα κύμα απογοήτευσης και αηδίας για το «ένδοξο» παρελθόν που όμως βροντοφωνάζει διεκδικώντας το σήμερα. Πόσα τρομερά μυαλά έβγαλε η Γερμανία την περίοδο αυτή! Έσσε, Ρεμάρκ, Μαν… Μέσα από το έργο βγαίνει απογοήτευση και πίκρα για την ανθρώπινη μοίρα. Κι όμως στα καμπαρέ και στα χαμαιτυπεία του Βερολίνου η τέχνη διαλύει ψευδαισθήσεις και σοδομεί κάθε νύχτα τον άσπιλο κώλο της γερμανικής αστικής νοοτροπίας, απειλώντας τον με την σεξουαλική απελευθέρωση της. Δεν θα της το συγχωρήσει ποτέ…
Στο τέλος το φίδι που ζεσταίνονταν στον κόρφο της θα απαιτήσει ξανά δόξες, αίματα, θυσίες. Θα κυνηγήσει το ωραίο και θα θάψει την «παρακμιακή» τέχνη.. Μέσα στην παραζάλη της ήττας και την καταπίεση της οικονομικής ανέχειας οι Γερμανοί θα δουν μια «ελπίδα». Για τα επόμενα χρόνια θα την βιώνουν κάθε μέρα μέχρι που θα έρθει η στιγμή της αλήθειας…