Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ ΙΙΙ - Η ΤΙΜΩΡΙΑ

Η στροφή στον χώρο των σωφρονιστικών θεσμών κυρίως μετά το 1550 βασίστηκε σε δυο παραμέτρους η ανάλυση των οποίων είναι δυσανάλογη στο έργο του Foucault. Από την μια μεριά εμφανίζονται πιο εδραιωμένοι κυρίως στα κράτη της Βορειοδυτικής Ευρώπης (Κάτω Χώρες, κρατίδια της Γερμανίας, Αγγλία, Σκανδιναβία), όπου η παράμετρος της Προτεσταντικής θρησκείας και της ηθικής της, την επιρροή της οποίας στην αλλαγή των σωφρονιστικών αντιλήψεων ο Foucault αρνείται να δει και να κατανοήσειa. Και φυσικά οι νέες γεωγραφικές ανακαλύψεις, μετά την εκμετάλλευση των οποίων, έρχεται η οικονομική ακμή που σημειώνεται στις χώρες αυτές αλλά και στις μεγάλες καθολικές βασιλείες της Γαλλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας (θεωρία του μερκαντιλισμού κατά την οποία όποιος μπορούσε να παράγει περισσότερο, θα πουλούσε και περισσότερο και κατά συνέπεια θα συσσώρευε περισσότερο πλούτο.).
Ο Προτεσταντισμός ως θρησκεία που αντιτίθεται στην στείρα, αυστηρή και δογματική θεολογία του ΕΝΟΣ, δηλαδή του Πάπα και της καθολικής ηγεσίας, δίνει απάντηση με την απλή πίστη του ΚΑΘΕΝΟΣ. Προσπαθεί να αντιπαραβάλλει στην έκλυτη ζωή των ιεραρχών του Καθολικισμού μια αγνή και «ατομική» ηθική των δικών του ιερουργών και πιστών. Τα πάμπολλα παρακλάδια του Προτεσταντισμού (Καλβινιστές, Πουριτανοί, Πιετιστές, Μεθοδιστές, Βαπτιστές) προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια απλή μεν, αυστηρή όμως, κοινωνία πιστών, όπου ο τελευταίος θα ζει μέσα στην κοινωνία χωρίς πειρασμούς και αμαρτίες. Όπου κατάφεραν να επικρατήσουν τήρησαν μια αυστηρή στάση απέναντι στις απολαύσεις και στις έκλυτες συνήθειες της μέχρι τότε καθημερινότητας. Αρκετοί από αυτούς αναζήτησαν μια νέα «Ιερουσαλήμ» στις νέες χώρες που ανακαλύφθηκαν και άρχισαν να μεταναστεύουν, προς τη Δύση κυρίως. Η δογματική της αυστηρά ηθικής ζωής και του περιορισμού των τυχόν απολαύσεων βρίσκει μια από τις εκφράσεις της στην σωφρονιστική πολιτική, αρχικά έναντι των απόκληρων της ζωής (ζητιάνων, ορφανών, άνεργων, αλητών) και κατ’ επέκταση έναντι των καταδίκων και εγκληματιών. Πίστευαν και διακήρυτταν πως η ηθική επιβάλλεται στον καθένα μέσω της εργασίας και της κατήχησης, τόσο έναντι των φυγόπονων όσο και έναντι των καταδίκων. Η οκνηρία που διακατέχει αυτούς τους δύστυχους μπορεί να καταπολεμηθεί μέσω της εργασίας, ανεξαρτήτως της θελήσεώς τους b.
Αυτό το τελευταίο θεώρημα, της ακούσιας παρέμβασης και αναδιοργάνωσης των ανθρώπων αυτών προς ένα πνεύμα εργασίας και πίστης που προβάλει ο Προτεσταντισμός έρχεται να στηρίξει η οικονομική ακμή της περιόδου (μέσα του 16ου και αρχές του 18ου αιώνα) στην προσπάθεια να κατευθυνθεί η κοινωνία προς ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Η νέα οικονομική ακμή που διαδέχτηκε μια περίοδο οικονομικής στασιμότητας, λίγο μετά την αναγέννηση, εγκαινιάζει και μια νέα αντιμετώπιση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Πλέον κυρίαρχο ρόλο παίζει η ιδιοκτησία και η συσσώρευση πλούτου και επένδυσης σε νέες αγορές, νέα εμπορεύματα και νέα μηχανήματα. Όλα αυτά προϋποθέτουν μια πιο συστηματική σκληρότητα και έναν πιο αυστηρό έλεγχο στην παρανομία. Η ανοχή της βασιλικής εξουσίας σε ορισμένες λαϊκές ανομίες, που έτειναν να μετατραπούν σε κεκτημένα δικαιώματα των απλών υπηκόων απέναντι στον μονάρχη, είναι πια ανεπίτρεπτη. Η κυριότερη πλέον εκτροπή από την νομιμότητα, η κλοπή, θέτει σε άμεσο κίνδυνο την αστική κοινωνία της ιδιοκτησίας και της ιδιοποίησης των μέσων και των προϊόντων εργασίας. Η ίδια όμως αστική κοινωνία αντιμετωπίζει με διαφορετική πολιτική τις παραβιάσεις της στους νέους αστικούς κανονισμούς και στους νόμους του εμπορίου, θέτοντας για τις νέες αυτές νομικές παρανομίες ειδικά δικαστήρια και ειδικούς νομικούς κώδικες και ποινές.
Ο Foucault βλέπει πίσω από όλο αυτό το πλαίσιο της οικονομικής ακμής μια προσπάθεια θέσπισης και εφαρμογής οξύτερων κολαστικών μεθόδων από αυτούς που επικρατούσαν στην μεσαιωνική πρακτική του βασανιστηρίου. «Στην πραγματικότητα η μεταστροφή από μια αιματηρή εγκληματικότητα σε μια εγκληματικότητα οικονομικής απάτης αποτελεί μέρος ενός πολύπλοκου μηχανισμού, που τα κυριότερά του σημεία είναι η ανάπτυξη της παραγωγής, η αύξηση του πλούτου, μια πιο έντονη ηθική και νομική αξιολόγηση των σχέσεων ιδιοκτησίας, μέθοδοι επιτήρησης πιο αυστηροί, πιο στενή παρακολούθηση του πληθυσμού, περισσότερο προσαρμοσμένες τεχνικές ανίχνευσης, σύλληψης, πληροφόρησης: η μετατόπιση των παράνομων πράξεων αντιστοιχεί σε πιο εκτεταμένες και οξύτερες κολαστικές μεθόδους.a». Το δικαίωμα για τιμωρία έχει μεταστραφεί από την εκδίκηση του μονάρχη στην άμυνα της κοινωνίας έναντι του κακοποιού.
Τότε εμφανίζεται και η καταναγκαστική εργασία και ιδρύονται τα πρώτα σωφρονιστικά ιδρύματα. Οι θεωρίες της Σχολής του Φυσικού Δικαίου και οι κύριοι εκπρόσωποί της, Grotius, Hobbes και Pufendorf, μιλούν για μια τιμωρία απαλλαγμένη από την βασιλική επίδειξη δύναμης, και την στηρίζουν όχι στην ανταπόδοση και στην εκδίκηση αλλά στο κακό που επιβάλλεται σε κάποιον να υποφέρει εξ’ αιτίας του κακού που αυτός διέπραξε. Επιβάλλεται από νόμιμη δημόσια εξουσία, που της έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα της τιμωρήσεως έμμεσα από τους πολίτες, για την διόρθωση του εγκληματία και την καθοδήγηση των άλλων. Τα νέα σωφρονιστικά μέσα που επικρατούν δείχνουν μια τάση προς λιγότερο αχρηστευτικές ποινές και περισσότερο παραγωγικές. Η Φυλακή κάνει την εμφάνισή της ως τόπος φύλαξης των φτωχών, των αρρώστων και των «περιθωριακών». Η κοινωνία προσπαθεί να ελέγξει αυτές τις «περιθωριακές» μορφές της ζωής που βάζουν σε κίνδυνο την οικονομική της ανάπτυξη και «εκβιάζει» την ηθική και κοινωνική αναμόρφωση τους, τους περιορίζει εκεί μέσα διδάσκοντάς τους προσευχή και εργασία. Παράλληλα προσπαθεί να τους εντάξει σε ένα γενικό πλαίσιο παραγωγής αγαθών, σε μια οικονομικά αυτοτελής επιχείρηση.
Αυτός ο υποχρεωτικός εγκλεισμός, τόσο για τους κατάδικους όσο και για τους «περιθωριακούς» κάνει πρώτη φορά την εμφάνισή του στην Ιστορία. Τον Μεσαίωνα δεν υπήρχε Φυλακή. Εκείνη την εποχή τα μπουντρούμια ήταν πάνω απ’ όλα ένας προθάλαμος του δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος κρατούνταν εκεί μέσα είτε για να τον έχουν στην διάθεσή τους να τον σκοτώσουν, είτε για να τον βασανίσουν, είτε για να τον αναγκάσουν να πληρώσει προκειμένου να ελευθερωθεί. Ήταν ένα πέρασμα μεταξύ ζωής και θανάτου. Η ιδέα ότι η Φυλακή θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της τιμωρία ήταν τελείως ανύπαρκτη τότεa.
Αλλά ακόμα και τότε δεν είχε αρχίσει να λειτουργεί ως τιμωρία αλλά κυρίως ως μέσο ασφαλής φύλαξης των κρατουμένων, μια προσπάθεια προστασίας της κοινωνίας από αυτούς. Οι Φυλακές παρενέβαιναν στην χωροταξική κατανομή των ατόμων με σκοπό τον περιορισμό των αλητών και των ζητιάνων. Αυτή η μορφή εγκλεισμού που ως χώρος εκτός του κοινωνικού ιστού, διαχωρίζεται από αυτόν και οριοθετείται, βάζοντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των αστών και των παρακατιανών, που μπλέκονται στα πόδια τους, αποσκοπεί ακριβώς στην «εξαφάνισή» τους από τις πόλεις. Ίσως είναι και ένας τρόπος υπολογισμού των πληθυσμιακών ποσοστών των παραγωγικών και μη παραγωγικών δυνάμεων σε μια προσπάθεια γνώσης των πρώτων και επανένταξης των δεύτερων. Λειτουργούσαν ως καταστήματα καταδίκης της αταξίας μάλλον, παρά ως μέσα τιμωρίας. Οι χώροι διαβίωσης στις περισσότερες από αυτές δεν ήταν ούτε καν οι στοιχειώδεις. Όσον αφορά την προσπάθεια ανάπλασης και κατήχησης των εγκλεισμένων, η συγκέντρωση αρκετά μεγάλου αριθμού ανθρώπων μέσα σε αυτά τα ιδρύματα περιόριζε την ηθική διαπαιδαγώγηση που ευαγγελίζονταν οι θεωρητικοί και η όλη επιχειρηματική συλλογιστική που τις έκανε να μοιάζουν με μικρές βιοτεχνίες, περιέπεσε σε μαρασμό και λόγω της νέας τεχνολογίας στο χώρο της παραγωγής και κυρίως του Τριακονταετούς Πολέμου που εξάντλησε οικονομικά την Κεντρική Ευρώπη.
Ο Foucault αναφερόμενος στα ιδρύματα αυτά σκιαγραφεί την εικόνα της Φυλακής για άντρες του Rasphuis στο Άμστερνταμ το 1596, όπου, μαζί με την ταυτόχρονη λειτουργία της φυλακής του Spinhuis των γυναικών την επόμενη χρονιά, λειτουργεί το μοντέλο της ορθολογικής διαχείρισης του χρόνου των καταδίκων με άξονα την μείωση της ποινής τους. Οι δύο αυτές πρωτότυπες φυλακές, δείγμα της νέας θεωρίας για ανάπλαση των κρατουμένων μέσω της ηθικής και της χριστιανικής διαπαιδαγώγησής τους και με την λογική του επιχειρηματικού πνεύματος στην εργασία (τα ονόματα των Φυλακών προέρχονται από την εκμάθηση ξυλουργικής στους άνδρες και υφαντουργίας στις γυναίκες) ακολούθησαν το ρεύμα της εποχής και επέβαλαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα απαγορεύσεων και υποχρεώσεων, συνεχούς επιτήρησης, θρησκευτικής και ηθικολογικής κατήχησης, σε μια προσπάθεια επιστροφής στο «καλό» και αποξένωσης από το «κακό». Η σωφρονιστική αυτή λογική επεκτάθηκε, με ιδρύματα σε Γερμανία, Ελβετία και στην ίδια την Ολλανδία, με κύριο σταθμό την ίδρυση και λειτουργία στην Γάνδη το 1775 μιας ακτινωτής φυλακής με διαχωρισμό των κρατουμένων κατά κατηγορίες: γυναίκες, μικροεγκληματίες, βαρυποινίτες κλπ. Ο συγγραφέας τονίζει τον ιστορικά συνδετικό κρίκο της θεωρίας του 16ου αιώνα για μια παιδαγωγική και πνευματική μεταμόρφωση των ανθρώπων μέσω της συνεχούς άσκησης με τις σωφρονιστικές τεχνικές που επινοήθηκαν από 1750 και πέραb, κάνοντας παράλληλα ένα ιστορικό άλμα και μεταφέροντάς μας στο σωφρονιστήριο του Gloucester και στη φυλακή της Walnut Street, όπου επικρατούν η λογική του εγκλεισμού και της υποχρεωτικής εργασίας, της οικονομικής αυτοδυναμίας των φυλακών, της υποχρεωτικής χριστιανικής κατήχησης και κυρίως οι πλήρεις φάκελλοι και η διεξοδική παρακολούθηση κάθε κρατούμενου. Δεν αναφέρεται όμως στον εκφυλισμό εν τέλει του θεσμού των σωφρονιστηρίων και την συνέχεια της αυθαιρεσίας των σωματικών βασανιστηρίων σε πολλές άλλες περιοχές όπως στη Γαλλία, στην Ισπανία και στην Αγγλία, η ποινική πολιτική της οποίας γράφονταν ακόμα το 19ο αιώνα με αίμα.
Η Προτεσταντική ηθική και η οικονομική ανάπτυξη δεν επέφερε παντού τις ίδιες διεργασίες στον τομέα του σωφρονισμού, αν και ο Foucault διαπιστώνει μια αλλαγή στην ποινική θεωρητική και πρακτική – άλλωστε σκοπός του είναι η καταγραφή των συστημάτων σκέψης που άρχισαν να διαμορφώνονται και να επικρατούν στην εποχή αυτή - και η δημιουργία μιας διαφορετικής συλλογιστικής σχετικά με την τιμωρία και την ποινική δικαιοσύνη από την εποχή του Διαφωτισμού και έπειτα. Ο Διαφωτισμός και οι ορθολογικές μεταρρυθμίσεις που ευαγγελίζονταν οι εκπρόσωποί του καθόρισαν την πλήρη αλλαγή της θεωρίας τόσο στην ποινική φιλοσοφία εκείνη την εποχή όσο και στο εν τη γενέσει του σωφρονιστικό σύστημα, με τον εξανθρωπισμό του οποίου ασχολήθηκαν όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής. Βασική αρχή ήταν ότι η θεαματική και υπερβολικά βίαιη ανταπόδοση απέναντι στο έγκλημα δεν ήταν απλά απάνθρωπη αλλά και δεν έπαιζε στην ουσία κανένα αποτρεπτικό ρόλο κατά του εγκλήματος. Η ποινική δικαιοσύνη έπρεπε να επιδιώκει την τιμωρία του ενόχου και όχι την εκδίκηση της εξουσίας απέναντι σε αυτόν και την πράξη του.
Οι μεγάλοι θεωρητικοί της εποχής του Διαφωτισμού, που επιστέγασμά της ήταν η Γαλλική Επανάσταση του 1789, τοποθετούσαν τον εγκληματία όχι πια απέναντι στον μονάρχη ή σε μια απρόσωπη εξουσία, αλλά απέναντι στο ίδιο το κοινωνικό σύνολο. Η πράξη του δεν ήταν μια προσβολή απέναντι στην εξουσία αλλά μια ρήξη του Κοινωνικού Συμβολαίου, η οποία έθετε σε κίνδυνο την ίδια την κοινωνία, μέλος της οποίας θεωρούνταν και ο ίδιος ο εγκληματίας. Ο Montesquieu θεωρούσε ως σκοπό της ποινής την ανταποδοτική δικαιοσύνη αλλά με μια μετριοπαθή διάθεση, σε συνάρτηση με μια λήψη μέτρων για την πρόληψη των εγκλημάτων και την εμπέδωση των ηθών. Στον διαχωρισμό που κάνει όσον αφορά τα εγκλήματα, πρέπει να προσέξει κανείς τις διάφορες κατηγορίες εγκλημάτων και τις ανάλογες ποινές που αυτές επισύρουν. Για τα εγκλήματα της θρησκείας θεωρεί ότι η πρέπουσα ποινή είναι η στέρηση των πλεονεκτημάτων της θρησκείας στο πρόσωπο του εγκληματία. Για τα εγκλήματα κατά της κοινωνικής ηθικής καταδεικνύει ως ποινή την δημόσια ατίμωση και την εξορία. Για τα εγκλήματα κατά της ασφάλειας των πολιτών θεωρεί ως σωστή την διατήρηση της θανατικής ποινής σε συνδυασμό με χρηματικές ή σωματικές ποινές (μαστίγωση). Για τα εγκλήματα τέλος κατά της ησυχίας των πολιτών προσφεύγει στις ποινές τις εξορίας και της φυλακής. Η επιβολή λοιπόν των ποινών ποικίλει ανάλογα με τα εγκλήματα και την βαρύτητά τους. Τα βασανιστήρια, είτε ως ποινή είτε ως αποδεικτικό μέσο είναι ανεπίτρεπτα. Από την άλλη η Φυλακή ως ποινή δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια ακόμη ποινή ανάμεσα στις άλλες και κυρίως έναντι αυτών που διασαλεύουν την κοινωνική γαλήνη. Κυρίως όμως θεωρεί απαραίτητη για την επιβολή οποιασδήποτε ποινής την προηγούμενη κωδικοποίηση των νόμων και την επιβολή αυτών κατά γράμμα από τους δικαστές. «Ο δικαστής να είναι το στόμα που προφέρει τα λόγια του νόμου».
Ο Rousseau, εκπρόσωπος του πνεύματος και της πίστης στον Ορθό Λόγο, είναι ο κύριος εκφραστής της θεωρίας του Κοινωνικού Συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία η στέρηση ενός μέρους της ελευθερίας των ανθρώπων κατά την δημιουργία της κοινωνίας είναι απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να διατηρηθεί το υπόλοιπο μέρος αυτής σε καθεστώς ασφάλειας και ησυχίας μέσα στην κοινωνία. Η θεμελιώδης αλλαγή όμως στην θεωρητική των νόμων και της ποινής ως τιμωρίας θα επέλθει με ένα έργο που έχουμε ήδη αναφέρει. Με το Dei delitti e delle pene [Περί εγκλημάτων και ποινών] του Cesare Beccaria το 1765, περνάμε σε μια «ήμερη και φιλάνθρωπη νομοθεσία, όπως προσδιορίζεται με σαφήνεια από το νόμο εκ των προτέρων και πιστή εφαρμογή αυτής για να γνωρίζει ο πολίτης τα όρια της ελευθερίας του και ο εγκληματίας να συγκρατείται από τα επακόλουθα της πράξης του a». Έτσι βασικό μέλημα της ποινής γίνεται το πνεύμα και όχι πια το σώμα του εγκληματία. Ταξινόμηση εγκλημάτων και ποινών στο πλαίσιο μιας εξατομικευμένης αντιμετώπισης του παραβάτη και σκοπός η προστασία και η κοινή ωφέλεια του συνόλου. Οι μελλοντικοί παραβάτες γνωρίζουν από πριν ότι η πράξη τους θα επιφέρει την τιμωρία και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου μέσω της ποινής που ορίζεται περιοριστικά στην νομοθεσία. Η ποινή λοιπόν εμπεριέχεται στο ίδιο το έγκλημα αφού ο παραβάτης γνωρίζει θετικά τι θα επιφέρει η πράξη του. Δεν πρέπει πλέον να υπολογίζεται το κέρδος από το έγκλημα χωρίς να αντιστοιχεί σε αυτό και η αρνητική επιβολή της ποινής εξαιτίας του. Η προνοητική που προσπαθεί να δημιουργήσει η κανονικοποίηση των ποινών στους ανθρώπους είναι η κατανόηση από τους μέλλοντες εγκληματίες και κατάδικους της λογικής της τιμωρίας τους. Απέναντι στην αυθαιρεσία των μοναρχών, το πνεύμα του Διαφωτισμού, όπως εκφράζεται από τον Beccaria, καταρτίζει τους κανόνες πάνω στους οποίους κινείτε η συλλογιστική της τιμωρίας των εγκλημάτων. Η ανταπόδοση και η εκδίκηση δίνουν τη θέση τους στην πρόληψη και στην αναμόρφωση μέσω της ποινής, καθιστώντας τον κατάδικο ένα παράδειγμα, ένα «σήμα» για την υπόλοιπη κοινωνία. Αλλά ένα «σήμα» ευδιάκριτο, διδακτικό, εμπεριστατωμένο και αμερόληπτο. Ο Foucault το προσδιορίζει ως εξής : «Μια μετατόπιση από μια ποινολογία βασανιστηρίων σε μια ποινολογία που υπολογίζει με βάση τα ίδια της τα αποτελέσματα. Το παράδειγμα πρέπει να παραπέμπει στο έγκλημα, αλλά με τον πιο διακριτικό τρόπο, να υποδηλώνει την παρέμβαση της εξουσίας αλλά με την μεγαλύτερη δυνατή οικονομία και σε μια ιδανική περίπτωση να εμποδίζει κάθε μεταγενέστερη εμφάνιση και του εγκλήματος και της ποινής b».
Για τον ίδιο, όμως, το πνεύμα του Διαφωτισμού χάραξε νέες «ηθικές τεχνολογίες» καθιστώντας πιο εφικτό έναν βαθμό κοινωνικού ελέγχου, πιο αποτελεσματικό από τις παραδοσιακές κοινωνίες. Η εποχή του Διαφωτισμού είναι μια εποχή όπου ο Λόγος είναι μια τεχνολογία της εξουσίας και η επιστήμη ένα όργανο κυριαρχίας της . Οι επιστήμες δεν είναι τίποτε άλλο παρά διακριτά είδη που όλα τους υπάγονται στο γένος Σύστημα – Εξουσίας g. Περιγράφοντας τους βασικούς κανόνες με τους οποίους όπως λέει εξοπλίζεται η κολαστική δύναμη και στους οποίους εδράζεται η προαναφερόμενη τεχνική του παραδείγματος – σήματος, αναφέρει χαρακτηριστικά τους εξής: τον κανόνα της ελάχιστης ποσότητας ως μια σχεδόν απόλυτη αντιστοιχία στο επίπεδο των συμφερόντων. Κάνει κάποιος ότι τον συμφέρει περισσότερο, και η μη διάπραξη του εγκλήματος έχει περισσότερα πλεονεκτήματα, απ’ ότι η ποινή που επισύρει η διάπραξή του. Στον κανόνα του αποχρώντος ιδεαλισμού , η αναπαράσταση της ποινής και όχι η σωματική πραγματικότητα των βασανιστηρίων υπερτονίζει το μειονέκτημα της πράξης και του επιθυμητού οφέλους. Στον κανόνα των πλαγίων αποτελεσμάτων η αποτελεσματικότητα της ποινής ενεργεί κυρίως στους μη αδικούντες. Τα ισόβια δεσμά που προτείνει ο Beccaria έναντι της θανατικής ποινής ενεργούν πιο μακροπρόθεσμα στους γύρω, στο δε κατάδικο αποκτούν μια διαιρετική οδύνη των δεσμών, όσες και οι στιγμές που θα ζήσει. Ελάχιστη ποινή για τον ισοβίτη, υπέρμετρη για αυτούς που την φαντάζονται. Όσον αφορά τον κανόνα της απόλυτης βεβαιότητας, ο δεσμός ανάμεσα στο έγκλημα και στην τιμωρία πρέπει να είναι αναγκαίος και αδιάρρηκτος. Η δημοσίευση των Νόμων, η παραίτηση του μονάρχη από την απονομή της χάρης κάνουν την ιδέα της ποινής σταθερή και σίγουρη στο νου όλων. Από την άλλη τα γενικά κριτήρια κάθε αλήθειας στην εξακρίβωση του εγκλήματος κάνουν αποδεκτή την κρίση, αν και, τονίζει ο Foucault «…δημιουργείται μια πολλαπλότητα του επιστημονικού λόγου (στην προσπάθεια εξακρίβωσης με βάση καλά εδραιωμένες αλήθειες) την οποία ακόμη και σήμερα η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να ελέγξει…a». Η ανάγκη εξατομίκευσης των εγκληματικών περιπτώσεων αναλόγως της προσωπικότητας του εγκληματία (μεγίστης εξειδίκευσης) οδηγούν τον συγγραφέα να εκφράσει την άποψη ότι η μετατόπιση του σημείου εφαρμογής της εξουσίας, που το σύστημα της σκέψης του ορθολογισμού εκφράζει, δεν είναι πλέον το σώμα αλλά η ψυχή. «Όχι πια το σώμα, αλλά η ψυχή, έλεγε ο Mably…… η ανάλυση των αναπαραστάσεων, ως αρχή μιας πολιτικής των σωμάτων, πολύ πιο αποτελεσματικής από την τελετουργική ανατομία των βασανιστηρίων b».
Το ιδεώδες για τους Διαφωτιστές θα ήταν ο ένοχος να αποτελέσει ένα είδος σκλάβου στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, του οποίου την ασφάλεια και γαλήνη παραβίασε με την συμπεριφορά του. Γι’ αυτό και όλοι οι μεταρρυθμιστές πρότειναν ως την πιο αποτελεσματική ποινή τα δημόσια έργα. Με την τιμωρία αυτή επιτυγχάνονταν δύο πράγματα: το ενδιαφέρον όλων για την ποινή του κατάδικού αλλά και τον οφθαλμοφανή και ελέγξιμο χαρακτήρα της. Μιλούσαν για τα «Άλση των Νόμων» όπου ο λαός θα τα επισκέπτεται για να λαβαίνει αποτρεπτικά σήματα – παραδείγματα. Ανταποκρινόμενος στην συλλογιστική αυτή ο εμπνευστής της ποινικής νομοθεσίας της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 Lepeletier πρότεινε στην Συντακτική Συνέλευση ως κύρια δημόσια ποινή την στέρηση της ελευθερίας, του πολυτιμότερου αγαθού του ανθρώπου. Χωρίς όμως την καταπίεση, την υποχρεωτική εργασία και την μετατροπή των καταδίκων σε εργατικό δυναμικό χάριν του κέρδους. Απορρίπτονται η θανατική ποινή, η μαστίγωση, ο στιγματισμός. Συγχρόνως επιδίωξη του ήταν να επισκέπτεται ο λαός τους εγκλείστους και να παραδειγματίζεται από τα λάθη που τους οδήγησαν εκεί. «Πριν γίνει αντικείμενο επιστήμης ο έγκλειστος έγινε αντικείμενο διδαχήςg». Ο Νόμος του 1791 ορίζει ως κύρια ποινή τη στέρηση της ελευθερίας, με πιο ήπιες μορφές κράτησης και δυνατότητα μετασωφρονιστικής μέριμνας για τους κατάδικους. Αντιθέτως ο Ναπολεόντειος Κώδικας του 1810 είναι ένα πισωγύρισμα στην αυστηρή και άτεγκτη τιμωρία όπως τον στιγματισμό, τα καταναγκαστικά έργα κ.α. Το πνεύμα όμως του Διαφωτισμού και της ποινικής μεταρρύθμισης είχε διαποτίσει τα νομοθετικά κείμενα εκείνης της εποχής. Ο κατάδικος δεν είναι πια το «κακό» που πρέπει να συντριβεί αλλά το παράδειγμα αποτροπής για κοινωνικό όφελος.
Αποτελεί όντως εύλογη απορία πως μια τέτοια ποινή, όπως η Φυλακή, μέσα στο πνεύμα της ποινής – παράστασης, της ποινής – σήματος και λόγου, όπως χαρακτηρίζει ο Foucault την παραδειγματική ποινή των Διαφωτιστών, αντίθετη στην όλη συλλογιστική του ορθολογισμού, έκανε την εμφάνιση της (και επικράτησε τελικά). Η ιδέα του ποινικού εγκλεισμού μέσω της Φυλακής αφορούσε εξιδανικευμένη τιμωρία για ορισμένα εγκλήματα και πάντως θεωρούνταν ποινή ανίκανη να ανταποκριθεί στην ιδιαιτερότητα του κάθε εγκληματία. Κανένας μεταρρυθμιστής της ποινικής δικαιοσύνης δεν την επικροτούσε. Κανένα από τα πνευματικά δημιουργήματα της εποχής για την σωφρονιστική πολιτική δεν περιλάμβανε στις θέσεις του την τιμωρία που ταυτιζόταν με «το σκοτάδι, τη βία και την καχυποψία a».
Θεωρητικά ο πρώτος που ασχολήθηκε με το θεσμό, και μάλιστα με σκοπό να τον βελτιώσει τόσο όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης όσο και σε θέματα σωφρονισμού, ήταν ο Howard. Μιλάμε βέβαια για τις φυλακές – μπουντρούμια της Αγγλίας όπου η κατάσταση των καταδίκων περιγράφεται από μεσαιωνική έως ζωώδης. Στο έργο του Howard η εντύπωση που του προκαλούν τα σωφρονιστήρια στην Ολλανδία (υποχρεωτική εργασία, επιτήρηση, ηθική διαπαιδαγώγηση, αλλά και καθαριότητα και υγιεινή) τον κάνουν να προτείνει μια σειρά κανόνων για τη βελτίωση της ζωής στις φυλακές. Σημειώνει μάλιστα στο έργο του «Αφήγηση από τα Λοιμοκαθαρτήρια»: «… η ευπρέπεια, η ομαλότητα και η τάξη που παρατήρησα …… προέρχονται σε μεγάλο βαθμό …… από τη συνεχή προσοχή που αποδίδεται στο να αναπτυχθεί στους κρατούμενους το θρησκευτικό συναίσθημα με απλές, ουσιώδεις ομιλίες, κατήχηση και εύληπτη εκπαίδευση από ιερωμένους μαζί με την επίδραση από το καλό παράδειγμα τόσο στους ίδιους όσο και στους δεσμοφύλακες…». Η επίδραση του Προτεσταντισμού στην μεθοδολογία του σωφρονισμού σε αυτά τα ιδρύματα σε χώρες Προτεσταντικές, καταδεικνύει την προσπάθεια να αναπροσαρμοστεί ο κατάδικος και να αναπλαστεί κάτω από το πνεύμα της χριστιανικής ηθικής και των Βιβλικών αξιών.
Ο Foucault απορεί για την παρουσία της στην Γαλλία ακόμη και μετά τις αλλαγές στην ποινική δικαιοσύνη που ευαγγελίζονταν οι μεταρρυθμιστές του Διαφωτισμού. Για τον συγγραφέα η θέση της μέσα στο ποινικό σύστημα και οι σκοποί που αυτοί εξυπηρετούσε πριν την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης είναι οι κάτωθι: «… η τιμωρία της φυλακής δεν είχε παρά μια περιορισμένη και περιθωριακή θέση στο ποινικό σύστημα …… διατηρήθηκε επίμονα για να κυρώνονται τα ελαφρά αδικήματα …… είναι κράτηση του ενόχου ως ενέχυρου και όχι ως τιμωρία …… αντικαθιστά τα κάτεργα για όσους (γυναίκες, ανάπηρα παιδιά) δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε αυτά …b). Σε αυτήν κρατούνταν με βασιλική διαταγή των οργάνων της εξουσίας του μονάρχη οι ύποπτοι ή ακόμα και οι καταδικασμένοι για ελαφρά αδικήματα (είσπραξης φόρων κλπ.) Η Βαστίλη, για παράδειγμα, όταν καταστράφηκε από το λαό του Παρισιού το βράδυ της 14ης Ιουλίου του 1789 δεν καταστράφηκε ως η Φυλακή - «κολαστήριο» του βασιλιά απέναντι στο λαό, αλλά ως σύμβολο της απόλυτης αυθαιρεσίας του Λουδοβίκου 16ου.
Εντούτοις στιγματίζεται με τα χειρότερα λόγια τόσο η ίδια ως ποινή όσο και οι ζοφερές συνέπειες που επιφέρει η χρόνια διαμονή κάποιου μέσα σε αυτήν, από τη στιγμή μάλιστα που ο ρόλος της , όπως προαναφέραμε, ήταν η προσωρινή κράτηση του απλού ποινικού παραβάτη μέχρι να αποφασιστεί η καταδίκη του (ή όχι), καθώς και η παραμονή σε αυτήν για ελαφρότερα αδικήματα. Ο Foucault αναφερόμενος στα σωφρονιστήρια της Ολλανδίας (το Rasphuis, το Spinhuis, τη φυλακή της Γάνδης) καθώς και τα μετέπειτα του Gloucester και της Walnut Street, τονίζει τον έλεγχο που γίνεται σε αυτά όσον αφορά την ζωή των καταδίκων - ως και την παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητάς τους - καθώς και την προσπάθεια μετατροπής της συμπεριφοράς, που συνοδεύει την όλη σωφρονιστική λογική. Και καταλήγει παρατηρώντας πως, συνέπεια της όλης συλλογιστικής, είναι η διαμόρφωση μιας γνώσης για τα άτομα που κρατούνται σε αυτές. Από την παρατήρηση αυτή στη σελίδα 167 του βιβλίου, περνάει στο συμπέρασμα, μισή σελίδα αργότερα, ότι «… η φυλακή γίνεται τώρα ένα είδος μόνιμου παρατηρητή που επιτρέπει την κατανομή διαφόρων μορφών διαστροφής και αδυναμίας…». Θεωρεί την επικράτηση μιας συγκεκριμένης σωφρονιστικής πολιτικής στις φυλακές των συγκεκριμένων προτεσταντικών κρατών (και μάλιστα περιοριστικά σε αυτές που αναφέρει) ως την αρχή μιας λογικής παρακολούθησης της συμπεριφοράς των ατόμων μέσα στο σωφρονιστήριο, με απώτερο σκοπό την καταχώρηση δεδομένων για οποιαδήποτε χρήση. Γίνεται μέσα σε αυτές τις φυλακές μια συστηματική προσπάθεια αλλαγής συμπεριφοράς, νοοτροπίας, συνηθειών - κοινωνικών ή ατομικών - με άξονα όχι τόσο την επανένταξη του κατάδικου πίσω στην κοινωνία αλλά την παρεμπόδιση της υποτροπής του στο μέλλον. Καταλήγει θεωρώντας ότι η Φυλακή λειτουργεί πλέον ως όργανο γνώσης, όχι τόσο για το διαπραχθέν έγκλημα όσο για τους τυχόν επερχόμενους κινδύνους από το άτομο!
Είναι η πρώτη νύξη του Foucault σχετικά με το σύστημα σκέψης που διαμορφώνεται αυτή την εποχή (την κλασική εποχή) και που εξακολουθεί, όπως θα αναφέρει στη συνέχεια, και σήμερα να επικρατεί. Παρακάτω θα οδηγήσει την επιχειρηματολογία του σε πιο οργανωμένους αρμούς σύνδεσης μεταξύ εγκλεισμού – σωφρονισμού και επιστημονικής γνώσης. Για την ώρα το ρητορικό του ερώτημα είναι πως από τα «Νομικά Άλση» του Διαφωτισμού και τα παραδείγματα – σήματα που θα εξέπεμπαν τα μηνύματα τους στο κόσμο με σκοπό τον παραδειγματισμό και την αποτροπή σε μια λογική άμεσης επαφής της κοινωνίας με τους εγκλείστους, περάσαμε στην ποινή του σωφρονισμού του καταδίκου με κύριο μέσο τη Φυλακή, ποινή απαράδεκτη για τους Διαφωτιστές. Για αυτούς η τιμωρία είναι μια διαδικασία που αποβλέπει στην αποκατάσταση των ατόμων και την επανεισαγωγή τους στην κοινωνία ως υποκείμενα δικαίου. Η τιμωρία είναι κοινής αποδοχής και λειτουργεί παραδειγματικά για όλους ακόμη και για τους ίδιους τους τιμωρημένους.
Στην σωφρονιστική πολιτική, η αναδιοργάνωση και η ανάπλαση του εγκλείστου περνάει μέσα από συγκεκριμένες τεχνικές – ντρεσαρίσματος τις αναφέρει ο Foucault. Η λογική της συνεχούς παρατήρησης του εγκλείστου ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελέγχεται και να διορθώνεται. Πέρα από την ψυχολογική και πνευματική του αναδιάρθρωση, ο κρατούμενος των σωφρονιστηρίων της Γάνδης, του Gloucester και της Walnut Street αντιμετωπίζει και την καθημερινή πρακτική των καθορισμένων κινήσεων. Ακόμη και η προσευχή, το τελευταίο καταφύγιο των κατατρεγμένων, έχει μια σειρά από κινήσεις, δεδομένες για την «αποδοχή» της από το Θείο Ων. Η στάση προσοχής, η γονυκλισία, αναδεικνύουν το σεβασμό και την ταπείνωση. Στα σωφρονιστικά ιδρύματα η καθιερωμένη πρακτική κανονίζονταν από μια σειρά κανόνες, των οποίων η τήρηση ασπάζονταν την λογική της επιβράβευσης και αντιθέτως επιβάρυναν την θέση του άτακτου.
Απέναντι σε αυτές τις δύο πρακτικές η δεύτερη φαίνεται να βγαίνει κερδισμένη με το ξεκίνημα του αιώνα. Και είναι πάνω στις ιδέες του κοινωνικού συμβολαίου και των φυσικών δικαιωμάτων που στηρίχτηκε η θεωρητική του σωφρονισμού μέσω της Φυλακής. Στην Γαλλία, στην Αμερική, στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στα κρατίδια του Ρήνου και της κάτω Ιταλίας, στη Ρωσία, οι αλλαγές που επήλθαν στις ποινικές νομοθεσίες, στην θεωρία του ποινικού κώδικα και της ποινικής δικονομίας, ήταν άμεσα επηρεασμένες από την μεταρρυθμιστική συλλογιστική του Beccaria, του Rousseau, του Montesqieu. Όμως η Φυλακή επικράτησε σαν το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Για ποινικά, αστικά, εμπορικά, οικονομικά εγκλήματα η ποινή ήταν η ίδια. Κάθειρξη.
Η επιτυχία που της καταλογίζει ο Foucault αφορά στην επιτυχία ενός συστήματος σκέψης που επικρατεί έως σήμερα και έχει μετατρέψει ένα αρχικά περιορισμένο και δύσχρηστο σύστημα σωφρονισμού σε κύρια μορφή τιμωρίας σε όλο τον κόσμο. Η είσοδός της ψυχής στη σκηνή της ποινικής δικαιοσύνης με τις θέσεις των Διαφωτιστών αντικαθίσταται από μια μεταβολή στο τρόπο που το ίδιο το σώμα βάλλεται από τις σχέσεις εξουσίας, μέσω των σωφρονιστικών ιδρυμάτων που κανοναρχούν τις κινήσεις και τις διαθέσεις του κατάδικου με τη λογική της επιβράβευσης και της μείωσης της ποινής. Το σώμα επανέρχεται στο προσκήνιο της τιμωρίας, με ένα νέο ρόλο. Όχι με το στυγνό στιγματισμό του και την συντριβή του στο όνομα της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας, αλλά με την επιβολή επάνω του εκείνων των δυνάμεων που το καθιστούν ελεγχόμενο και ευκολομεταχείριστο. « Η προβληματοποίηση των σχέσεων μεταξύ αδικήματος και τιμωρίας δεν ερμηνεύεται από τον Foucault σαν εξελικτική συνέπεια της ποινικής σκέψης αλλά σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης καινούργιων τακτικών της εξουσίας χειραγώγησης του ανθρώπου…… οι διακηρύξεις των φυσικών δικαιωμάτων και η οριοθέτηση της σχέσης ατόμου – κοινωνίας στα πλαίσια ενός κοινωνικού συμβολαίου αποτελούν τα ιδεολογικά συστήματα του νέου καθεστώτος, που όπως παρατηρεί ο Foucault, έχουν για στέρεο υπόβαθρο την εμπέδωση της υποταγής των σωμάτων μέσα από την πειθαρχία. a»
a Δες και Νέστωρ Κουράκη Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ.424
b Max Weber Η Προτεσταντική Ηθική και το πνεύμα του Καθολικισμού, εκδόσεις Gutenberg 1978, σελ. 135 επ.
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.104
a Μισέλ Φουκώ Ο Μεγάλος Εγκλεισμός εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999 σελ. 34
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.161

a Νέστωρ Κουράκης, Ποινική Καταστολή, εκδόσεις Α.Ν.Σάκκουλα 1997 σελ. 118
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.124
g .G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002 σελ.252
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.129
b ο.π. σελ.134
g ο.π. σελ.150
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989 σελ.154
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989 σελ 157-158
a Π. Δέγλερης Ε. Κορυφιδου Γ. Νικολόπουλος, Φυλακή και Ποινικό Σύστημα στο «Surveiller et punir» του Μισέλ Φουκώ, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τεύχος 68 Α σελ 101