Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ VI

«Surveiller et punir»
ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ

Με μια πρώτη ματιά θα υποστήριζε κανείς την άποψη πως ο Foucault, παρουσιάζει και αναπτύσσει την θεώρηση της δημιουργίας και επιβολής ενός συστήματος σκέψης, το οποίο ακροπατώντας στις μεταρρυθμιστικές δογματικές της νεωτερικότητας που πρέσβευε εκείνη την εποχή ο Διαφωτισμός, παρέκαμψε – θα έλεγε κανείς – την παραδειγματική πρακτική των σημάτων και των «Νομικών Αλσυλλίων», όπως αυτά καταγράφονται στα κείμενα και στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της εποχής και επέβαλλε με σχεδόν σιωπηλή αποδοχή, την πανοπτική θεώρηση της επιτήρησης και τιμωρίας, όπως η τελευταία εκφράζεται μέσα από τον κυριότερο φορέα και δημιούργημά της : την Φυλακή. Τίθεται αυτομάτως εδώ το ερώτημα : είναι η Φυλακή μια εφεύρεση, ένα δημιούργημα του Διαφωτισμού και κατ΄ επέκταση της αστικής τάξης που επικράτησε από αυτή την πνευματική, κοινωνική και συνάμα οικονομική μεταρρύθμιση και τομή; Αυτό άραγε επιδιώκει να αποδείξει ο συγγραφέας; Αποτελεί δηλαδή το βιβλίο μια ακόμη επίθεση κατά της μπουρζουαζίας;
Η αστική τάξη βέβαια, όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει, καθόρισε εν τέλει τις ποινικές μεταρρυθμίσεις όχι με βάση την ισονομία και την δικαιική ισότητα απέναντι στο ποινικό σύστημα, αλλά με βάση το συμφέρον της. Η κωδικοποίηση των νόμων, η κατάργηση της «ιεροεξεταστικής» λογικής επί τη βάση των αποδεικτικών μέσων και στοιχείων, η χρήση της ορθολογικής σκέψης στην απόδειξη, η υπόθεση της αθωότητας του κατηγορουμένου μέχρι αποδείξεως του εναντίου, η εύλογη αναλογία μεταξύ αδικημάτων και ποινών, όλα αυτά αποτελούν μορφές υπεράσπισης της αστικής τάξης απέναντι στην καθεστωτική σύγκρουσή της με την αριστοκρατική και μοναρχική εξουσία στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Στην ουσία σκοπός ήταν η προάσπιση των συμφερόντων – επαγγελματικών και οικονομικών – απέναντι στις αυθαίρετες και άλογες κρίσεις της βασιλικής εξουσίας. Με την νέα μορφή όμως που έδωσε ο Δυτικοευρωπαϊκός Καπιταλισμός στις σχέσεις μεταξύ αστών και εργατικού δυναμικού (μορφή που, όπως προαναφέρθηκε, θεωρούμε ότι βασίστηκε στην επιρροή της θρησκείας του Προτεσταντισμού στην «ελεύθερη εργασία» και την οικονομική της οργάνωσήa), οι μεταρρυθμίσεις οδήγησαν και στην επιτήρηση, πειθαρχία, εγκλεισμό και καταπίεση της εν δυνάμει εργατικής τάξης, στην αποδυνάμωση της οποίας και στην οικονομική της παγίδευση, θα επισήμαινε κάποιος ουδέτερος παρατηρητής, εφαρμόστηκαν και αποσκοπούσαν.

Στην πραγματικότητα η αλήθεια σχετικά με την αληθή πρόθεση του συγγραφέα είναι κάπου στη μέση. Ναι μεν αναφέρεται στις θέσεις και σχηματοποιήσεις της αστικής τάξης στην διαμόρφωση μιας επιτηρητικής και κυρίως πειθαρχικής (σωφρονιστικής) πολιτικής αλλά καταφέρεται κατά πρώτον και κύρια κατά του Διαφωτισμού, τόσο με την έννοια μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, όσο και με την έννοια της διαρκούς (έως και στις μέρες μας) πολιτικής και πολιτισμικής εξέλιξης. Και παρατηρεί ότι με βάση αυτή την εξέλιξη τα σώματα από σημεία επιβολής της βασιλικής εξουσίας, μετατράπηκαν, μέσω της πειθαρχίας σε χρήσιμες τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, διαχειρίσιμες μονάδες. Με βάση την λογική αυτή ο Διαφωτισμός προώθησε μια μελέτη της ανθρώπινης ψυχικής και πνευματικής διάστασης, για επιστημονική χρησιμότητα και όχι μόνο. Αυτή η συγκέντρωση γνώσης που επιδιώκεται χάριν της επιστήμης - και πάνω στην οποία η τελευταία έχτισε το μύθο της του «τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο στον επιστημονικό λόγο» - είναι που για τον Foucault, χαρακτηρίζει την εποχή του Διαφωτισμού και εντεύθεν. Και απώτερος στόχος της: ο έλεγχος της ανθρώπινης ψυχής.

Βέβαια αυτή η «μανιχαϊστική» λογική του συγγραφέα, που προσπαθεί να εντάξει την νεωτερική σκέψη των Διαφωτιστών και της εποχής τους σε ένα σύστημα πειθαρχικής και καταναγκαστικής μορφής, δίνοντάς του μια μακιαβελική εικόνα του απόλυτου κακού, είναι για τον ιστορικό της εποχής αρκετά μονοδιάστατη. Ούτε βέβαια υφίσταται μια «αγγελική» εικόνα της δημοκρατικής και φιλελεύθερης αστικής τάξης, αλλά ούτε και μια μορφή καταναγκαστικής συστηματοποίησης στην λογική των πάντων. Απεναντίας οι προσπάθειες πολλών μεταρρυθμιστών στρέφονταν, τόσο στο χώρο της φιλοσοφικής σκέψης που ήθελε να εκφράσει αυτή η εποχή, όσο και, ειδικότερα, στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, στην μεταστροφή από την κολαστική εξουσία της μοναρχίας στην παραδειγματική και τιμωρητική συστηματική, ως μια μορφή «ανακούφισης» της ψυχολογικής στενότητας των ανθρώπων από την συνεχή και βίαιη και σκοτεινή πλευρά του βασανιστηρίου.a Ουσιαστικά ακόμη και αν δεχτούμε την σκέψη του Foucault περί «πανοπτικού» συστήματος πειθαρχίας, αυτή δεν μπορεί να μην συγκρουστεί με τις προσπάθειες των μεταρρυθμιστών να αποτρέψουν μια τέτοιου είδους μορφή ελέγχου σε καθολικό επίπεδο. Ακόμη και η ίδια η αποτυχία του Πανοπτικού, ως σωφρονιστικού ιδρύματος, φανερώνει την ιστορική αδυναμία της σύνδεσής του με την εν γένει σωφρονιστική πολιτική. Όπως παρατηρεί και ο καθηγητής Νέστωρ Κουράκης στο Επίμετρο που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του βιβλίου, ο Foucault: «…δεν λαμβάνει υπ’ όψη του τις αντιστάσεις που προβλήθηκαν ανέκαθεν στην πραγμάτωση των τεχνικών εξουσίας και που οδήγησαν σήμερα σε μια κατάσταση ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη που περιγράφει…b».

*

Όσον αφορά τον Foucault και την σχέση του με το Διαφωτισμό, σε όλο το έργο του οδηγείται από μια δυσφημιστική λογική και από μια μεμονωμένη καχυποψία απέναντι σε αυτή τη πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνα και τις αλλαγές που επέφερε στην κοινωνία ολόκληρη τον 19ο αιώνα. Με τίποτα δεν παρατηρεί κανείς κάτι στο έργο του Foucault, που να μας πείθει ότι συμπαθούσε αυτό τον «βλακώδη 19ο αιώνα» (σύμφωνα με την γνωστή γαλλική φράση που αποτελεί πραγματικό μαργαριτάρι της γαλλικής αντιδραστικής ιδεολογίας και υπογράφεται από τον Leon Bloy). Στη λογική της αμφισβητήσιμης ιδεολογίας της αντί – κουλτούρας, η διαπόμπευση του συστήματος σκέψης και των ιδεολογικών αρχών των Διαφωτιστών, ενισχύει σημαντικά την προερμηνεία του κόσμου την οποία τόσο συμπαθεί η σκέψη των Marcuse, Laing, Illich και Foucault, οι οποίοι εναντιώθηκαν στον σύγχρονο πολιτισμόa. Στο έργο του «Τι είναι ο Διαφωτισμός» αναφέρεται σε ένα ομότιτλο άρθρο που είχε γράψει ο Kant το Νοέμβριο του 1784 στο γερμανικό περιοδικό Berlinishe Monatschrif, και στο οποίο ο τελευταίος διαπραγματευόταν την προβληματική του παρόντος, δεδομένου ότι ο Διαφωτισμός αποτελούσε τότε την ζώσα πραγματικότητα. Απέναντι στην λογική του δημόσιου και ιδιωτικού Λόγου που παραδέχεται ο Kant και τον αυτοπεριορισμό του τελευταίου στα πλαίσια μιας πολιτικής αρχής σύμφωνης με τον καθολικό λόγο, ο Foucault, κάνοντας χρήση του μπωντλερικού υποδείγματος της μοντερνικότητας, καταλήγει στην άποψη ότι πιο σημαντικό είναι όχι να διαφυλάττει κανείς τα λείψανα του Διαφωτισμού αλλά να έχει πλήρη συναίσθηση του ιστορικού νοήματός του. Έτσι δεν διστάζει να βάλει κατά της πνευματικής κληρονομιάς του τελευταίου σε όλο γενικά το έργο του, κυρίως στο βαθμό που η «κληρονομιά» αυτή διαχέεται έως την εποχή μας, και οδηγεί σε «μια κριτική σκέψη που παίρνει τη μορφή μιας οντολογίας του εαυτού μας, μιας οντολογίας του παρόντος». Όπως καταλήγει και ο ίδιος : «Δεν γνωρίζω κατά πόσο πρέπει να ειπωθεί σήμερα ότι το κριτικό έργο συνεπάγεται ακόμα την πίστη στο Διαφωτισμό. Επιμένω να πιστεύω ότι αυτό το έργο (της οντολογίας του παρόντος) απαιτεί εργασία πάνω από τα όριά μας, δηλαδή υπομονετικό μόχθο ο οποίος δίνει μορφή στον πόθο μας για ελευθερία»b.

*

Κάποιοι μελετητές του συγγραφέα αναγνωρίζουν στο έργο του την άμεση επίδραση του έργου του Nietzsche και θεωρούν ότι αποτελεί ένα από τα πιο κύρια δείγματα νέο – νιτσεϊσμού στην σύγχρονη δυτική σκέψη. Αν και ο Nietzsche δεν αντιπαθούσε τον Διαφωτισμό – το αντίθετο μάλιστα – τουναντίον τόσο ο ίδιος όσο και οι παλαιοί νιτσεϊκοί καταφέρθηκαν εναντίον του σύγχρονου πολιτισμού ως παρακμιακού g. Οι νεότεροι επηρεασμένοι και από την μαρξιστική θεωρία του επιτέθηκαν ως καταπιεστικού. Σε αντιδιαστολή με όλα τα παραπάνω ο Foucault αποδέχεται την δική του αριστεριστική λογική της ιστορίας σε αντιδιαστολή από μια καθαυτό μορφή οικονομικού ή τεχνικό – οικονομικού ντετερμινισμού. Η πρόταση του Foucault αφορά την ιστορία του σώματος και ως τέτοια μπορεί να εννοηθεί και η μορφή που δίνει στο βιβλίο του, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του στην επιχειρηματολογία περί πειθαρχίας. Ο ίδιος το λέει καθαρά. Στόχος του είναι να περιγράψει καταρχήν μια πολιτική ιστορία του σώματος.

*

Αν και συμφωνεί λοιπόν με την άποψη του Nietzsche περί πραγματικότητας (δεν υπάρχει αλήθεια αλλά μόνο ερμηνείες) δεν αποδέχεται την άποψη του περί ιστορίας. Τον απασχολεί περισσότερο το πρόβλημα της γενεαλογίας, της ανόδου δηλαδή και της πτώσης των πολιτιστικών φαινομένων, απ’ ότι η ίδια η ιστορία τους. Στην λογική αυτή λοιπόν, της συνεχούς εναλλαγής και επαναχρησιμοποίησης των πολιτισμικών μορφών, καταγράφει την εξέλιξη των παλιών πολιτισμικών μορφών, που γίνονται αποδέκτες νέων λειτουργιών, όπως τα λοιμοκαθαρτήρια που γίνονται άσυλα και τα μοναστικά κελιά, κελιά φυλακών. Και ειδικά για την Φυλακή, καταγράφοντας την εξελικτική της διαμόρφωση μέσω της μεταρρύθμισης της ποινικής δικαιοσύνης, τονίζει την χρήση της για σκοπούς που κάθε άλλο συμβαδίζουν με την αρχική λειτουργική της. Το αποτέλεσμα της χρήσης της ως Φυλακή – διόρθωση, ως μέσου βελτίωσης όπως την ήθελαν ο Bentham και οι μεταρρυθμιστές του Διαφωτισμού δεν απέδωσε. Αντιθέτως αντί να αναμορφώνει, καθοδηγεί την συμπεριφορά του δράστη και εξειδικεύει την παραβατικότητά του. «Άρα εφόσον το αποτέλεσμα δεν συμβαδίζει με τον σκοπό, υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες ή να αναθεωρήσουμε το θεσμό, ή να χρησιμοποιήσουμε σε κάτι τα αποτελέσματα που δεν προβλέφτηκαν από την αρχή αλλά μπορούν κάλλιστα να έχουν μια χρησιμότητα. Είναι λοιπόν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάζουμε «δυνατότητα χρησιμοποίησης»a.

*

Αλλά τελικά το έργο του Foucault είναι κυρίως και πάνω απ’ όλα μια πολιτική ιστορία της ψυχής, εφόσον θεωρεί ότι η μικροφυσική της τιμωρητικής εξουσίας αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την γενεαλογία της ψυχής στην σύγχρονη κοινωνία. Αντιδρώντας λοιπόν στην υλιστική λογική διακηρύσσει πρώτα και κύρια την «ύπαρξη» της ψυχής μέσα από την πειθαρχική πρακτική και την επιτήρηση. Στην ψυχή κατευθύνεται όλη η προσπάθεια των πειθαρχικών και επιτηρητικών μηχανισμών που τιμωρούν, επιβλέπουν, διορθώνουν και ελέγχουν. Η ψυχή του κατάδικου, η ψυχή του εγκληματία, το προϊόν της πειθαρχίας και του καταναγκασμού αποτελεί ταυτόχρονα «το αποτέλεσμα και το όργανο μιας πολιτικής οικονομίας. Ψυχή – Φυλακή του Σώματος»b. Στην εγκάθειρκτη κοινωνία η ψυχή είναι εκείνη που φυλακίζει το σώμα. Σημασία πια δεν έχει η επίδειξη της μοναρχικής εξουσίας επάνω στο σώμα ως «σήμα» απέναντι στους υπηκόους της. Το ζητούμενο για τον Foucault είναι η επίδραση και ο έλεγχος των ελευθεριών των ανθρώπων, καθώς αυτές ελέγχουν το ίδιο το σώμα και τις αντιδράσεις του. Και εν τέλει η πειθαρχία και ο καταναγκασμός της ψυχής επιφέρουν πιο άμεσα και μακροχρόνια αποτελέσματα στις αντιδραστικές και, επαναστατικές ίσως, κινήσεις των πολιτών. Σε συνδυασμό με την τοποθέτηση του συγγραφέα απέναντι στην αστική ιδεολογία που «γέννησε» ο Διαφωτισμός, όσον αφορά τον έλεγχο των οργάνων παραγωγής και την διαφύλαξη των αγαθών, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί τελικά η «ψυχή» ως συνείδηση, υποκειμενικότητα, προσωπικότητα, ατομικότητα, ηθική κλπ. ήταν για τον Foucault το κύριο σημείο αναφοράς της πολιτικής ελέγχου που η αστική κοινωνία επεδίωξε να κατασκευάσει και τον οποίο έλεγχο πέτυχε τελικά μέσω των πειθαρχικών της μηχανισμών (άσυλα, φυλακές, σωφρονιστήρια, ψυχιατρικά καταστήματα κλπ.) Από μια άλλη σκοπιά αυτή η πολιτική ελέγχου της «ψυχής» οδήγησε στην αρχικά αδιάφορη και ανεκμετάλλευτη γνώση της, η οποία όμως, σταδιακά, μετατράπηκε σε κύριο σημείο εκκίνησης της επιτηρητικής πρακτικής, όταν διαπιστώθηκε η γνώση που η τελευταία συγκεντρώνει τόσο στο πλαίσιο μια επιστημονικής μελέτης του ανθρώπινου σώματος, όσο και στην προσπάθεια περαιτέρω κατανόησης των ανθρώπινων αντιδράσεων απέναντι σε ομοειδής μηχανισμούς. «Έτσι η σημασία που δόθηκε στις ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές πλευρές της εγκληματικής προσωπικότητας, πράγμα που επιβεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του αιώνα, ήταν καθοδηγούμενη από μια τιμωρητική πρακτική, που έθετε τη βελτίωση του εγκληματία σαν σκοπό της και η οποία δεν προσέκρουε παρά μόνο στην αδυναμία επίτευξης της ζητούμενης βελτίωσης.»a Και πάνω σε αυτή την σύλληψη ο Foucault θέτει την προβληματική της εξέλιξης της Επιστήμης, ως της κατεξοχήν κερδισμένης από αυτή την τιμωρητική πολιτική απέναντι στην «ψυχή» του εγκληματία, μέσα και από τη Φυλακή, όπου οι ανθρωπολογικές της ρίζες «ξεπρόβαλαν» μέσα από τα σκοτεινά κελιά των φυλακών, «απλώθηκαν» εντός των οργανωμένων μονάδων των νοσοκομείων και των σωφρονιστηρίων και «άνθισαν» πάνω στις πειθαρχημένες ομαδοποιήσεις των ασύλων και των εργοστασίων.

*

Περνώντας από την «άλλη μεριά του ποταμού» και μελετώντας το έργο ως ένα ιστορικό κείμενο θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε τρία κυρίως σημεία. Στην μη διερεύνηση από μέρους του συγγραφέα των μεταβάσεων από το ένα ποινικό σύστημα στο άλλο. Δεν είναι ιδιαίτερο πειστικός στις μεταβολές των τρόπων καταπίεσης όσον αφορά τις εν γένει κοινωνικές εξελίξεις της εποχής, και κυρίως, αν και στηρίζει σε πλείστες αρχειακές πηγές – τόσο σπάνιες όσο και τυπικά αδιάφορες – την επιχειρηματολογία του περί δημόσιας εκτέλεσης και βασανιστηρίων, δεν κάνει το ίδιο στην ανάλυσή του σχετικά με την εξαφάνισή τους λόγω πολιτικού κινδύνου και ανεξέλεγκτων ταραχών. Συγχρόνως αποτελεί έκπληξη για τον καταρτισμένο μελετητή της Ιστορίας η παντελής απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην Επαναστατική περίοδο και κυρίως στο πιο αιματηρό κομμάτι της, την Τρομοκρατία. Και δεν είναι σίγουρα αμελητέα η επίδραση της λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στην αριστοκρατία και η αιματοβαμμένη πολιτική του κόμματος των ορεινών και των πνευματικών ταγών του (Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Μαρά) απέναντι σε κάθε είδους «αντίδραση», που οδήγησε 400.000 και πλέον άτομα στην γκιλοτίνα, όσον αφορά την εξέλιξη της ποινικής δικαιοσύνης τόσο επί Διευθυντηρίου όσο και επί Ναπολέοντα και του Ποινικού Κώδικα του 1810. Η ανάμνηση των πανηγυρικών στιγμών των εκτελέσεων στην Place de Concorde επηρέασε άμεσα την αντικατάσταση του θεαματικού ικριώματος από τον εγκλεισμό. Από την άλλη η συγκεντρωτική λογική του Ναπολεόντειου συστήματος, την οποία καταγράφει και ο Foucault στα πλαίσια της πειθαρχικής και επιτηρητικής μεθοδολογίας αυτού του συστήματος, επανέφερε κάποιες από τις επαίσχυντες τιμωρίες που είχαν καταδικάσει απερίφραστα οι Διαφωτιστές, παράλληλα όμως με βελτιώσεις στο σύστημα κράτησης. Και μάλιστα οι τιμωρίες αυτές παρέμειναν εν ισχύ έως και την Ιουλιανή Μοναρχία (circa 1830). Γενικά ο Foucault αποφεύγει να καταγράψει την επιβίωση πολλών ποινικών τιμωριών της προ Επαναστατικής εποχής ακόμη και μετά την επικράτηση της πειθαρχικής και επιτηρητικής δικαιοσύνης. Τελικά το πέρασμα από την παραδοσιακή μεθοδολογία των σωματικών κυρώσεων στην αναμορφωτική των Φυλακών δεν ήταν - μεθοδολογικά και χρονολογικά - τόσο σαφές όσο διαφαίνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.a

*

Από μια άλλη σκοπιά σκύβοντας κανείς πάνω από την πραγματεία Dei delitti e delle pene [Περί εγκλημάτων και ποινών] του Cesare Beccaria, του θεωρητικού της μεταρρύθμισης του ποινικού συστήματος, ανακαλύπτει πως η θεωρία των ποινών και το δικαίωμα της τιμωρίας που περιγράφει ο ίδιος ο Beccaria, απέχουν αρκετά από το όραμα μιας έντονα πειθαρχικής μεθοδολογίας και μιας επιτηρητικής και παρεμβατικής αρχής σε κάθε επίπεδο δραστηριότητας όπως αυτό που περιγράφει ο συγγραφές στην εγκάθειρκτη κοινωνία του. Ο ίδιος ο Βeccaria αντιλαμβανόταν την λειτουργία της ποινής και το δικαίωμα για τιμωρία μέσα στα πλαίσια της ισονομίας και της ισοπολιτείας και κάθε άλλο παρά ως μια πειθαρχική μέθοδο πειθούς της κατώτερης κοινωνικά τάξης από μια ανώτερη. Ο ωφελιμισμός ως προέκταση της ποινής δεν είναι ασύμβατος με φιλελεύθερα και φιλανθρωπικά ρεύματα σκέψης της εποχής. Γενικά δύσκολα ταυτίζει κάποιος την ορθολογική μορφολογία της ποινής όπως αυτή εκφράζεται τόσο μέσα από το έργο του Beccaria όσο και των υπολοίπων μεταρρυθμιστών, που προαναφέρθηκαν σε άλλες σελίδες, με την ειδεχθή εικόνα της πειθαρχικά ελεγχόμενης κοινωνίας που ο συγγραφέας αναπαράγει. Ίσως να συνίσταται σε μια γενεαλογικά λανθασμένη ερμηνεία των θεωριών από τον συγγραφέα. Πάντως η κάθειρξη επικράτησε, αν και είχε απορριφθεί σχετικά νωρίς από όλους τους μεταρρυθμιστές, και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως κατάφερε να θριαμβεύσει αρκετά γρήγορα σε όλα τα συστήματα και σε όλες τις διαφορετικές πολιτικές μορφές εξουσίας.

*

Αν και καταγράφεται από τον συγγραφέα η ένταξη της Φυλακής στο ποινικό σύστημα ως μορφή πειθαρχίας απέναντι στο ωφέλιμο εργατικό δυναμικό και στον έλεγχο αυτού, επεκτείνοντας μάλιστα την μομφή σε όλο το σύγχρονο πολιτισμό – μόρφωμα του Διαφωτισμού – για την σύγχρονη εγκάθειρκτη κοινωνία, ο προσεκτικός μελετητής αντιμετωπίζει τον προβληματισμό, αναγιγνώσκοντας την επιχειρηματολογία του συγγραφέα, της εμφάνισης της Φυλακής σε μια πλειάδα διαφορετικών δομών και πολιτικών συστημάτων. Από την Αμερική του 18ου αιώνα που ως νέα κοινωνία στήνει τους δικούς της νέους ποινικούς θεσμούς με βάση την μεθοδολογία των πειθαρχικών και εγκάθειρκτων συστημάτων, ως την Αγγλία της αναδυόμενης και ισχυρής αστικής τάξης, και από την περιορισμένα ισχυρή αστική κοινωνία της Γαλλίας - και περισσότερο χώρα μικροκαλλιεργητών – στην αριστοκρατική κοινωνία της μοναρχικής Αυστρίας και στην στρατιωτικοποιημένη νοοτροπία της Πρωσίας, παντού επικρατεί η συλλογιστική της εγκάθειρκτης ποινικής μεταχείρισης των καταδίκων και της χρήσης της Φυλακής. Η σύνδεση μεταξύ των πειθαρχικών συστημάτων και της επιτήρησης των κατώτερων λαϊκών τάξεων χάριν της εργασιακής ειρήνης και υποταγής είναι μια δελεαστική εικόνα των μαρξιστικών θεωριών, αρκετά μεταγενέστερη όμως.

*

Συγχρόνως η σύνδεση της Φυλακής με θεσμούς που δεν είναι εξ’ αρχής αποκομμένοι από την ευρύτερη κοινωνία, όπως το σχολείο και το νοσοκομείο, δημιουργεί μια αμφιβολία σχετικά με την όλη λειτουργικότητα των πειθαρχικών μηχανισμών της εξουσίας απέναντι στον άνθρωπο, μέσω τον σταδιακών περασμάτων από τους θεσμούς αυτούς, όπως επιδιώκει να την παρουσιάσει ο Foucault. Ειδικότερα αν και το σχολείο ή το νοσοκομείο παραμένουν πάντα εντός του ευρύτερου κοινωνικού χώρου, όπως αυτός ορίζεται στην θεωρία της κοινωνικής ουτοπίας, ενταγμένα εντός του κοινωνικού χώρου και σε συνάρτηση με αυτόν, η Φυλακή αντιμετωπίστηκε σταθερά ως «ετεροτοπία». Είναι δηλαδή ένας αντί – τόπος, μια αντί – λειτουργία. Αυτός ο χώρος αποκλεισμού και τιμωρίας δεν έχει λοιπόν καμία σχέση με το σχολείο ή το νοσοκομείο όπου αντιθέτως παρέμειναν εντός ενός άπειρου μεν και εκτεταμένου κοινωνικού χώρου, αλλά ως αναπόσπαστα και λειτουργικά τμήματα αυτού. Το αν σε αυτούς τους θεσμούς εφαρμόζεται μια πειθαρχική λογική χάριν της εξουσίας της επιτήρησης, αυτό είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί με την έξω – κοινωνική λειτουργία της Φυλακής για τους ίδιους λόγους. Αυτή η λειτουργία της Φυλακής ως χώρος αποκλεισμού και διαχωρισμού της κάθε είδους παρέκκλισης και ανωμαλίας, που ξεφεύγει από τις κοινές σταθερές, είναι διαφορετική, τόσο από την λειτουργία εξίσου ετερότοπων θεσμών, όπως τα μοναστήρια και τα νεκροταφεία (με τη διαφορά ότι αυτά κατά κάποιο τρόπο εναντιώνονται διαλεκτικά στην κοινωνική ζωή αλλά μέσα από τους όρους της) όσο και με τα προαναφερθέντα μορφώματα του σχολείου και του νοσοκομείου, πάνω στα οποία ο Foucault στηρίζει την ανάπτυξη της πειθαρχικής κοινωνίας. Οι φυλακές κατά κάποιο τρόπο απομάκρυναν από την κοινωνία το αίσθημα της ενοχής που της δημιουργούν οι μορφές των καταδίκων, μια εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα από αυτή που η ίδια θέλει να παρουσιάζει και στην οποία στηρίζει την πίστη των πολιτών της. Ουσιαστικά αποσυνδέει την αναμόρφωση των καταδίκων από τον κοινωνικό ιστό και σε αντίθεση τόσο με τα νοσοκομεία όσο και με τα σχολεία (αλλά στην ίδια λογική με τα άσυλα ανιάτων και τα στρατόπεδα) την τοποθετεί εν τέλει στο περιθώριο. Τα «Νομικά Άλση» των μεταρρυθμιστών, στα οποία η ίδια η κοινωνία παραδειγματίζεται και ελέγχεται, μετατράπηκαν σε αρχιτεκτονικά εκτρώματα, τα οποία εξυπηρέτησαν αυτή την ανάγκη απομάκρυνσης της σωφρονιστικής θεραπείας – πειθαρχίας κατά τον Foucault – από τον ζωντανό κοινωνικό ιστό για χάρη της κοινωνικής τελειότητας.a

*

Αυτό πάντως που έκανε τους ιστορικό - ποινικολόγους να στραφούν προς το βιβλίο του με μια διάθεση αξιολόγησης αυτού και μια φιλική υποδοχή απέναντι σε έναν μη «ειδικό», είναι σίγουρα η πολύ καλά στερεωμένη άποψή του περί εξουσιαστικής πειθαρχίας και Φυλακής και την άμεση σύνδεση της τελευταίας με τις τεχνικές εξουσίας, σε μια ανάλυση που κοιτά πέρα από μια ακόμη μαρξιστική πρισματική. Δεν υποκειμενικοποιεί όσο θα ήθελε ένας μαρξιστής την έννοια της εξουσίας, ανεξάρτητα αν αποδίδει την θεωρητική της εκκίνηση στην πνευματική κληρονομιά του Διαφωτισμού, παιδί της οποίας είναι η αστική τάξη. Ούτε από την άλλη αντικειμενικοποιεί ακριβώς τα θύματα αυτής της εξουσίας δίνοντάς τους μια ξεκάθαρη θέση – αντίθεση απέναντί της. Η εξουσία είναι μια στρατηγική και ως τέτοια αποτελεί για το Foucault μια πολλαπλότητα φορέων και δεκτών χωρίς αυστηρά καθορισμένες μορφές ή τάξεις. Αν και δεν αποφεύγει την παρατήρηση περί ελέγχου του ωφέλιμου εργατικού δυναμικού μέσω της πειθαρχικής συστηματικής, αδυνατεί ή δεν θέλει να της δώσει και αυτός μια εικόνα δράσης–αντίδρασης, μιας μάχης που η ιστορική εξέλιξη θα δικαιώσει. Έχοντας μια νέο – αναρχική θεώρηση των σχέσεων εξουσίας, αντιλαμβάνεται την τελευταία ως μια συνεχή εμπλοκή μεταξύ όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου είτε ως εξουσιαστές είτε ως εξουσιαζόμενοι. Αυτό που θέλει να τονίσει κυρίως είναι ότι «μέσα στην κεντρική και αποκεντρωμένη ανθρωπότητα, αποτέλεσμα και όργανο περίπλοκων σχέσεων εξουσίας, τα καθυποταγμένα από πολλαπλά συστήματα «κάθειρξης» σώματα και δυνάμεις, αντικείμενα λόγων που και αυτοί είναι στοιχεία αυτής της στρατηγικής, αντιλαλεί καθαρά το μπουμπουνητό της μάχης»a.

*

Πάνω στην τελευταία παρατήρηση, θα ήταν σωστό να αναφέρουμε την πολιτική του δράση την περίοδο που έγραψε το κείμενο αυτό. Το 1971 η διάλυση της μαοϊκής οργάνωσης «Προλεταριακή Αριστερά» και η φυλάκιση των μελών της έδωσε αφορμή σε μια απεργία πείνας των τελευταίων με στόχο την αναγνώρισή τους από το κράτος ως πολιτικών κρατουμένων και κατ’ επέκταση την προσέλκυση ενδιαφέροντος στο σωφρονιστικό σύστημα της χώρας. Με την διάθεση να μεταφέρει στην διανόηση τα επαναστατικά πρότυπα του Μάη του 68 ο Foucault ιδρύει μαζί με άλλους διανοούμενους την GIP την Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές, με πολλαπλές δραστηριότητες για την κατανόηση και γνωριμία της ανυποψίαστης κοινωνίας με αυτή την «ετεροτοπία» των Φυλακών, αλλά παράλληλα και με διάθεση να κινητοποιηθούν συγκεκριμένες κατηγορίες διανοουμένων (δικαστικοί, γιατροί, κοινωνικοί λειτουργοί) b. Η όλη διαλεκτική μεταξύ των διανοούμενων και των εκπροσώπων των Φυλακών, καθώς και η βαθιά επίδραση του Μάη του 68 στην όλη οπτική του σχετικά με τον κίνδυνο ισοπέδωσης του σύγχρονου ανθρώπου, τον ώθησαν στην προβληματική της αναθεώρησης της μεθοδολογίας του περί της γνώσης g και τον οδήγησαν σε μια νέα κριτική μέθοδο περί πολιτικής εξουσίας και γνώσης d. Έτσι καταλήγει και στην προαναφερόμενη γενεαλογική μελέτη των διάφορων πολιτισμικών φαινομένων και των επιδράσεων τους πάνω στην κοινωνία, όπως οι θεσμοί της εξουσίας και οι ανθρώπινες επιστήμες εν γένει.

*

Αυτό που φαίνεται πάντως ως αδυναμία στο έργο του Foucault, η έλλειψη δηλαδή των εναλλακτικών λύσεων και η διέξοδος από αυτή την κρίση, σίγουρα δεν μπορεί να καλυφθεί από μια προταθείσα από μερικούς ομολόγους του, όπως του Louk Hulsman, καταργητική θεωρία της Φυλακής και αποποινικοποίησης των πράξεων και συμπεριφορών που ο νόμος ανάγει ως εγκλήματα, στηριζόμενος στην άποψη ότι η Φυλακή δεν είναι υποχρεωτικά απαραίτητη εντός της κοινωνικής διαδικασίας a. Απέναντι σε αυτή την θεωρητική και ο ίδιος ο Foucault στέκεται σκεπτικός. Ακόμη και αν καταργηθεί η Φυλακή τόσο ως μηχανισμός τιμωρίας και πειθαρχίας όσο και σαν αρχιτεκτονικό δημιούργημα του πανοπτισμού, οι ίδιοι οι μηχανισμοί της εξουσίας και οι καταναγκαστικές τεχνικές τους δεν πρόκειται να χάσουν τα υπόλοιπα ερείσματά τους μέσα στο σύστημα. Το θέμα δεν είναι το αποτέλεσμα των της κατασταλτικής τεχνικής και οι παράμετροι της τελευταίας στην σωφρονιστική πολιτική, αλλά το ίδιο το σύστημα της σκέψης, που κατά τον Foucault εδραιώθηκε στην κλασική εποχή και διατείνεται έως τις μέρες μας. Απέναντι σε αυτό το σύστημα, που βρίσκει πάντα τρόπους να διεισδύει μέσα στην κοινωνία και να την καθιστά μια επιτηρητική κοινωνία, η καταργητική θεωρία απλά συνεχίζει να κρατά εδραίο το «δικαίωμα» της τιμωρίας, πάνω στο οποίο η εξουσία στηρίζει την νομιμοποιημένη εκδοχή της «ενοχής». Μήπως τελικά αυτή είναι και η επισήμανσή του απέναντι στις θεωρίες της αλλαγής του ποινικού συστήματος, χωρίς να λαβαίνετε υπ’ όψη «το σύστημα σκέψης πάνω στο οποίο βασίζονται όλες αυτές οι αναλύσεις εδώ και ενάμισι αιώνα»;

*

Όλες οι θεωρίες των σωφρονιστικών μοντέλων που αναπτύχθηκαν από την στιγμή της καθιέρωσης της ποινής της στέρησης της ελευθερίας και την έκτισή της στην Φυλακή, κατέγραφαν πάντα ένα πρόβλημα ανακολουθίας της ποινής ως προς το μέσο. Στην λογική της προστασίας της κοινωνίας από τον κρατούμενο, με βάση την οποία θεωρήθηκε η Φυλακή το καταλληλότερο μέρος να απομονωθεί ο κατάδικός – εκτός του κοινωνικού ιστού – και να εμποδιστεί η υποτροπή του και η τυχόν απόδρασή του, οδηγηθήκαμε στην δημιουργία των μεγάλων αρχιτεκτονικών οικοδομημάτων των Φυλακών και στην κατασταλτική και τιμωρητική θέση του συστήματος απέναντι στον κρατούμενο. Όμως η απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων από τους ανθρωποφύλακες και η παντελής έλλειψη αποτελέσματος στην αναμορφωτική προσπάθεια της καταναγκαστικής εργασίας, οδήγησαν στην εισαγωγή νέων θεσμών στην ποινική δικαιοσύνη με απώτερο σκοπό την εξατομικευμένη μεταχείριση και παρακολούθηση των καταδίκων, την αναζήτηση και την εφαρμογή νέων εναλλακτικών ποινών (έως και υποκατάσταση των φυλακών), και κυρίως την δίκαιη και ανάλογη με την βαρύτητα του εγκλήματος ποινή που τείνει να αποκαταστήσει τη βλάβηa. Έτσι στο μοντέλο της αναμόρφωσης, που επικράτησε στην Δυτική Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική τις δεκαετίες μεταξύ 1950 – 1970, επιδιώκετε η εξατομικευμένη μεταχείριση του καταδίκου και η ψυχολογική - ψυχιατρική του παρακολούθηση από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό. Εν συνεχεία στο μοντέλο της επανένταξης (δεκαετίες 1970 - 1980), πεποίθηση των επιστημόνων ήταν πως η παραμονή του καταδίκου εκτός της εν Φυλακεί κοινωνίας θα επέφερε αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς του και ιδιοσυγκρασίας. Κατά το δικαιϊκό μοντέλο δε (της δίκαιης ανταμοιβής), η δίκαιη και ανάλογη με την βαρύτητα του εγκλήματος ποινή, που τείνει να αποκαταστήσει τη βλάβη και η αναγνώριση της ευθύνης του δράστη, σε συνδυασμό με την προσπάθεια πλήρους κατηγοριοποίησης και κωδικοποίησης της αναλογίας εγκλήματος - ποινής, οδήγησαν την ποινική δικαιοσύνη από την μια σε μια τάση εναλλακτικών ποινών και υποκατάστασης της Φυλακής με απώτερο σκοπό την αποσυμφόρηση τους από την πληθυσμιακή έκρηξη που τις απειλούσε, ενώ παράλληλα η θέση του δικαστή απέναντι στις κωδικοποιημένες ποινές τον μετέτρεψαν σε άβουλο μέσο απονομής μιας δικαιοσύνης εκ των προτέρων αποδοθείσας. Αν και η ποινική νομοθεσία περιέλαβε στις διατάξεις της για τους κρατουμένους κομμάτια από όλες τις παραπάνω αναφερόμενες θεωρίες και σκοπούς, εντούτοις αυτή η συνεχής εναλλαγή προτάσεων, συστημάτων, θέσεων και κωδικοποιήσεων, οδήγησαν σε ένα πρόβλημα αφομοίωσης τους από την καθημερινή πρακτική. Για τον Foucault η όλη αυτή προσπάθεια αναζήτησης μια ιδεατής και ανθρώπινης μεταχείρισης του κρατούμενου εντός του πεδίου όμως που θέτει το πειθαρχικό σύστημα και η Φυλακή, τον οδήγησε στην αντίθεσή του απέναντι σε όλες αυτές τις θεωρίες, χαρακτηρίζοντάς τις ως «πολυλογία».

*

Η κύρια όμως συλλογιστική του περί οργάνωσης μιας εγκληματικής κοινωνίας από την Φυλακή, της συνεχής ανακύκλωσης των φυλακισμένων και της χρησιμοποίησής τους από την εξουσία ως περιχαρακωμένης και ελεγχόμενης κοινωνικής ομάδας για πολλαπλούς σκοπούς, αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην σωφρονιστική διαλεκτική. Οι επισημάνσεις του σχετικά με τις σχέσεις εξουσίας – γνώσης, θέτουν σε έντονο προβληματισμό την τάση των δικαστών να στηρίζονται στην επιστημονική αυθεντία κατά την εκδίκαση των υποθέσεων και το σχηματισμό της δικανικής τους πεποίθησης. Σχεδόν επέτρεψαν στην εγκληματολογική επιστήμη να χρησιμοποιεί τα πορίσματά της – τα οποία συνέλεξε με την επιτηρητική λογική της ανίχνευσης των κρατουμένων - εγκληματιών στην Φυλακή – στην προσπάθεια καταγραφής ενός ψυχολογικού προφίλ του εγκληματία που τον «εξομοιώνει» και τον κατατάσσει σε προκαθορισμένες επιστημονικές παραμέτρους και κατηγοριοποιήσεις. Η καταγραφή αυτών των δεδομένων - συμπερασμάτων και η ένταξή τους στην δικανική συλλογιστική θέτουν ένα ηθικό δίλημμα του κατά πόσον ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται από το ποινικό σύστημα ως δράστης μιας τιμωρητικής από αυτόν πράξης, ο οποίος δικάζεται για το έγκλημά του και μόνο, ή αντίθετα στο πρόσωπό του ο Δικαστής του, αναγνωρίζει ένα κομμάτι μιας ευρύτερης κοινωνίας εγκληματιών με ταυτόσημες συμπεριφορές και αντίστοιχη αντιμετώπιση. Μια τάση δηλαδή να αποδίδεται δικαιοσύνη από το Δικαστή, βασιζόμενος ο τελευταίος περισσότερο σε ένα σύνολο ιδιαιτεροτήτων που χαρακτηρίζουν μια ύπαρξη, κι ένα τρόπο στάσης, παρά σε ένα συγκεκριμένο γεγονός. Απέναντι σε αυτή την πρακτική θα μπορούσε κάποιος δίκαια να αντιτάξει την κατηγοριοποίηση των εγκληματιών ως μια πρακτική λογική ξεχωριστής αντιμετώπισης των εξειδικευμένων περιπτώσεων και επιστημονικής καταγραφής των διαφορετικών στοιχείων που επηρεάζουν την συμπεριφορά του κάθε κατάδικου. Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση των αιτίων μιας εγκληματικής συμπεριφοράς και στην εξεύρεση ενδεδειγμένων λύσεων επανένταξής του καταδίκου στο κοινωνικό σύνολο, η ελλειπτική και αποσπασματική υποστήριξη τέτοιων προσπαθειών μέσα στις φυλακές, η απουσία εξειδικευμένου προσωπικού επιτήρησης τους και η ηθική απαξίωση που βιώνει ένας πρώην κατάδικός έξω από αυτές, οδήγησαν σε περιορισμό των τέτοιου είδους προγραμμάτων και στην εγκατάλειψη της επανενταξιακής πολιτικής που θα έπρεπε να συνοδεύει τον κάθε κατάδικο. Για την κοινωνία ο πρώην κατάδικος θα παραμένει πάντα ο μελλοντικός εγκληματίας.

*

Πάνω σε αυτό το τελευταίο αξίζει να επισημανθεί η ταύτιση του εγκληματία με έναν «εκτός κοινωνίας» άνθρωπο. Δεν είναι αμελητέα η αδυναμία του ποινικού συστήματος να παρακολουθήσει τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξειςa. Κάτω από την ταμπέλα του εγκληματία συνωστίζεται μια πληθώρα διαφορετικών περιπτώσεων κατηγορουμένων παραβατών, διεκδικώντας τελικά ο καθένας για τον εαυτό του την θέση του στην κοινωνική απαξίωση. Ο «εγκληματίας» είναι ένα άτομο «διαφορετικό» και εν τέλει επικίνδυνο, είναι πάντα ο άλλος και δύσκολα γίνεται πάλι αποδεκτός από το κοινωνικό σύνολο. Όπως παρατηρεί ο Foucault από την λαϊκή αποδοχή των καταδικασμένων από την κοινωνία της Ancient Regime περάσαμε στην ηθική αποστροφή τους από μια ταξική κοινωνία, που διαχώρισε τα εγκλήματα και απομάκρυνε τους δράστες τους από τον κοινωνικό ιστό, χάριν της κοινωνικής ησυχίας και ασφάλειας. Η Φυλακή βοηθάει στην περισυλλογή και φύλαξη αυτής της «διαφορετικής κοινωνικής τάξης» με πειθαρχικούς μηχανισμούς και επιτηρητικές πρακτικές σε έναν ιδιαίτερο χώρο, και περιχαρακώνει αυτό το χώρο ως μια νέα μορφή «ετεροτοπίας». Ο εγκληματίας παραμένει τελικά έτσι ένας εκτός κοινωνίας άνθρωπος, ένα «φύσει ζώο πολιτικό» που μετατρέπεται σε θέσει ζώο αντικοινωνικό, αδυνατώντας να επανενταχθεί στην κοινωνία ακόμη κι αν το επιδιώξει, αποδεχόμενος όλες τις νομιμοποιημένες θεραπευτικές ή διορθωτικές επεμβάσεις στην προσωπικότητά του ώστε να αποδοθεί «κεκαθαρμένος» στο κοινωνικό σύνολο.

*

Η Φυλακή είναι τελικά μια παραγωγική μηχανή εγκληματιών. Μια μορφή εξουσίας που καθυποτάσσει τις διαφορετικές συμπεριφορές και ωθεί τους «ενοίκους» της στην εκμάθηση νέων τρόπων παραβατικότητας και σε τάσεις επαναληπτικής συμπεριφοράς που αργά ή γρήγορα θα τους επαναφέρουν στους κόλπους της. Η δυνατότητα αναμόρφωσης των καταδίκων εντός της Φυλακής δεν επιτυγχάνεται στον βαθμό που η ίδια η σωφρονιστική πολιτική θα επιθυμούσε(;). Για τον Foucault το θέμα είναι απλά η ίδια η πολιτική του συστήματος που οδηγεί στην συνεχή αναπαραγωγή νέων εγκληματιών και στην «εκπαίδευση» των ήδη υπαρχόντων σε νέες μεθόδους. Για τους ποινικολόγους είναι μια ελλιπής αντιμετώπιση των πραγμάτων από την πλευρά της Πολιτείας σε συνδυασμό με μια ριζική αναδιάρθρωση ολόκληρου του σωφρονιστικού συστήματος στη βάση μεθόδων που δεν αγνοούν την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Για την Πολιτεία το θέμα είναι καθαρά και πάνω απ’ όλα οικονομικό. Ως συμπλήρωμα όλων των παραπάνω θα αναφερθούμε σε μια έρευνα που διεξήχθη στην Ελλάδα από το 1993 έως το 1999 και κατέγραψε την παραπέρα πορεία νεαρών που βρέθηκαν κρατούμενοι το 1993 στα σωφρονιστικά καταστημάτων ανηλίκων του Κορυδαλλού και της Κασσαβέτειαςa. Από την έρευνα αυτή καταγράφεται η «αέναη επιστροφή στην φυλακή» των νεαρών κρατουμένων μετά την αποφυλάκισή τους, και η «βελτίωση της τεχνικής τους στην παρανομία» κατά την διάρκεια του εγκλεισμού τους. Ειδικότερα από τους 156 νεαρούς που είχαν συμμετάσχει στην έρευνα το 1993, εντοπίστηκαν το 1999 οι 103 εκ των οποίων 50 εντός Φυλακής και 53 εκτός. Το κύριο χαρακτηριστικό της έρευνας είναι το υψηλό ποσοστό υποτροπής των εγκλείστων του 1993 – ιδιαιτέρως για εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας – γεγονός που καταδεικνύει την αδυναμία επανένταξης τους στην κοινωνία και την επαγγελματική τους αξιοποίηση, σε συνδυασμό με την καταφυγή τους στο έγκλημα ως μοναδικού μέσου επιβίωσηςb. Όσοι κατάφεραν να μην ξανά επιστρέψουν στην Φυλακή το οφείλουν αποκλειστικά και μόνο στην εμπιστοσύνη των δικών τους ανθρώπων (συγγενείς, φίλοι, γείτονες). Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο ένας στους 103 έτυχε συνδρομής από κοινωνικό λειτουργό και μόλις το 15,2% από οργανωμένες δομές, όπως ο Ο.Α.Ε.Δ. Γενικά πάντως αυτό που καταγράφει κανείς είναι οι δύσκολές συνθήκες επανένταξης μετά την επιστροφή από το σωφρονιστικό κατάστημα και η βελτίωση τους στην παραβατική τεχνική όταν ήταν στο σωφρονιστήριο, το οποίο αποτέλεσε «μεταπτυχιακό στην παρανομία» όπως τιτλοφορείται και το σχετικό άρθρο στην εφημερίδα.

*

Σαν επιστέγασμα των νέων μορφών πειθαρχίας που καταδεικνύει ο Foucault ότι κάνουν τα τελευταία χρόνια την εμφάνισή τους έρχεται από την Αμερική η νεοσυντηρητική θεωρία της «μηδενικής ανοχής». Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. επικράτησε η τάση μιας πιο αυστηρής αντιμετώπισης των εκτός – κοινωνίας, περιθωριακών, ατόμων με σκοπό την προστασία της «μικρής» κοινότητας. Η θεωρία των «σπασμένων παραθύρων», που εφαρμόστηκε από τον τέως δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι (1993-2001), σε μια προσπάθειά του να περιορίσει τα ποσοστά εγκληματικότητας στην πόλη, η οποία κυριολεκτικά χαρακτηρίζονταν από τη μεγάλη της εγκληματικότητα, στράφηκε εξ’ αρχής απέναντι σε όλους αυτούς που ζούσαν στην πόλη χωρίς να είναι εγκαταστημένοι κάπου συγκεκριμένα (ζητιάνοι, μέθυσοι, αλήτες) και κυκλοφορούσαν στις γειτονιές της πόλης, προκαλώντας το κοινό αίσθημα ασφάλειας. Σκοπός της πρακτικής αυτής αντιμετώπισης ήταν να προληφθεί και να περιοριστεί η παραβατικότητα στις συνοικίες και να αποτραπεί η «μετάβασή» της από τα γκέτο του Μπρονξ και του Χάρλεμ στις «λευκές» συνοικίες των αστών. Σαν μια κοινωνία – δράσης η πόλη της Νέας Υόρκης απομάκρυνε από πάρκα, πλατείες, δρόμους, σοκάκια, οποιονδήποτε διαβιούσε σε αυτά και προσπάθησε να μην αφήσει την «αταξία» να επικρατήσει στην καθημερινή κοινωνική πρακτική, για λόγους που ποικίλλανε, από την προστασία των ασθενών ηλικιακά ομάδων, ως και για καθαρά τουριστικούς και οικονομικούς λόγους και κυρίως την αναβάθμιση της υποβαθμισμένης ιδιοκτησίας. Χωρίς καμία νομοθετική ή άλλη δικαιϊκή πρόβλεψη η αστυνομία, μάζευε από τα πεζοδρόμια όσους δεν ταυτίζονταν με την εικόνα του μέσου ευυπόληπτου πολίτη. Το ποιος καθόριζε την τελευταία και πως καθορίζεται αυτή παρέμεινε ένα ερώτημα χωρίς καθορισμένη απάντηση καθώς άλλη εικόνα έχει ένας λευκός αγγλοσάξονας αστός (WASP) και άλλη ένας μαύρος αστός ή ένας ισπανόφωνος εργάτης. Από την δεκαετία του 70 εξάλλου η αλλαγή της οικονομικής πολιτικής οδήγησε την ακμάζουσα αστική τάξη των λευκών – αγγλοσαξόνων κατοίκων των πόλεων στις περιφέρειες, όπου οι μαύροι πολίτες, αδυνατούσαν να εγκατασταθούν λόγω υψηλών ενοικίων και μιας καθόλου αδιόρατης εχθρότητας. Η δημιουργία λοιπόν των «γκέτο» μέσα στην Ν. Υ., που ήταν αποτέλεσμα της λευκής αυτής μετανάστευσης και της κρατικής αδιαφορίας, οδήγησαν με μαθηματικό ρυθμό σε ολοένα αυξανόμενη ανεργία και εγκληματικότητα που παράγονταν εξαιτίας αυτής, και εν τέλει σε μια αύξηση του πληθυσμού των εξαθλιωμένων που κυκλοφορούσαν μέσα στην πόλη, ως αλήτες, ζητιάνοι, περιθωριακοί, μέθυσοι. Η μη ανοχή απέναντι σε αυτή την αντιαισθητική και απειλητική για την τάξη, εικόνα όσον αφορά την κοινωνία που επιθυμούσαν να έχουν οι κάτοικοι της πόλης, οδήγησε στην απομάκρυνσή τους και την επανατοποθέτησή τους στα γκέτο από όπου προέρχονταν. Η νέα αυτή διαχειριστική θεωρία με την προληπτική της διάσταση και με μηχανισμούς πειθαρχικής καταστολής, και χωρίς την ανάγκη της Φυλακής, αν και κατηγορήθηκε για αυτές τις μηχανιστικές αντιλήψεις τιμωρίας, περιόρισε την λεγόμενη «μικρή» εγκληματικότητα, και απάλλαξε την πόλη από τους δημιουργούς της κοινωνικής «αταξίας».

*

Επανερχόμενοι, πάλι στην τελευταία σελίδα του βιβλίου του Foucault, και αναζητώντας ένα ποινικό δίκαιο προσαρμοσμένο στην κοινωνική εξέλιξη και προσαρμοστικό στα σύγχρονά προβλήματα, συναντάμε την αποστροφή του συγγραφέα για όλους του μηχανισμούς κάθειρξης που όλοι τείνουν, όπως και η Φυλακή, να ασκούν μια εξουσία ομαλοποίησης. Για τον Foucault το όλο πρόβλημα δεν είναι η χρήση των μηχανισμών αυτών στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας του Νόμου, αλλά η αξιοποίησή τους σχετικά με την προστασία των συστημάτων παραγωγής και ενάντια σε μια παραβατικότητα που βάζει σε κίνδυνο την σημερινή μορφή της κοινωνίας. Στην ουσία αυτό που θέλει να δείξει είναι ότι ακόμη και οι καλύτερες των προθέσεων, όλες οι προοδευτικές, μεταρρυθμιστικές, ριζοσπαστικές, ανθρωπιστικές προσπάθειες αναδιάρθρωσης του σωφρονιστικού συστήματος θα προσκρούουν πάντα επάνω στο σύστημα σκέψης που περιγράφει τόσο πειστικά στο έργο του, και το οποίο υπηρετεί και στηρίζει τα εν γένει κυριαρχικά συμφέροντα. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η συνεχής και ατελεύτητη αναδιάρθρωση του σωφρονιστικού συστήματος. Από κάποιες πλευρές ακούγεται η άποψη ότι πήγαμε μακριά στην εκσυγχρονιστική προσπάθεια του μηχανισμού. Διατυπώνονται προτάσεις για ένα σωφρονιστικό σύστημα που θα σέβεται τον άνθρωπο και θα ανέχεται την «διαφορά». Ο Foucault το θέτει πιο απλά : «Νομίζω ότι μέσα σε μια κοινωνία, όπως η δική μας, το ποινικό δίκαιο συμμετέχει στο κοινωνικό παιχνίδι … αυτό θα πει ότι τα άτομα τα οποία είναι κομμάτι αυτής της κοινωνίας, αναγνωρίζονται σαν αντικείμενα δικαίου και σαν τέτοια μπορούν να τιμωρηθούν, αν παραβούν το νόμο. Αλλά είναι καθήκον της κοινωνίας να φροντίσει ώστε τα συγκεκριμένα άτομα να αναγνωριστούν ως αντικείμενα δικαίου. Κάτι που είναι δύσκολο μιας και το ποινικό δίκαιο είναι απαρχαιωμένο, αυθαίρετο και δεν δίνει απαντήσεις στα προβλήματα που τίθενται στην κοινωνία»a. Έχουμε επομένως πράγματι ανάγκη από αυτούς τους μηχανισμούς πειθαρχίας και επιτήρησης, εξιλέωσης και εξιλασμού, που διατηρούν ακέραιοι την λειτουργική τους δυναμική εδώ και 2 αιώνες περίπου; Έχουν γίνει σοβαρές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες για έναν πιο ανθρώπινο προσανατολισμό του ποινικού συστήματος. Συνειδητοποιεί όμως κανείς πως πολλά πρέπει ακόμη να αλλάξουν και μάλιστα με μια διαφορετική προσέγγιση. Ο Foucault με το έργο του προσπαθεί να φέρει στο φως μια εικόνα του συστήματος, τόσο σχετικά με τις αντιφάσεις του όσο και με τους στόχους, αποκαλύπτοντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Απομυθοποιεί τη σκοπιμότητα του Κοινωνικού Συμβολαίου, παρουσιάζει τις ψυχοσωματικές επεμβάσεις της σωφρονιστικής πολιτικής του, αποκαλύπτει την αδιάφορη στάση και την αμέτοχη θέση των Δικαστών μέσα σε αυτό το σύστημα, υπογραμμίζει τις αδιαίρετες σχέσεις της γνώσης και της Επιστήμης με την εξουσία αυτή καθαυτή και παρακινεί τον αναγνώστη να σκεφτεί πώς το σωφρονιστικό σύστημα είναι λιγότερο στα χέρια των νομικών και περισσότερο υπό την εξουσία ενός ιατρικό - διοικητικού μηχανισμού, αφοσιωμένου στο όραμα της κανονικότητας (Normalite)b.
Για τον Foucault ο προβληματισμός πρέπει να παραμείνει ανοιχτός.






ΕΠΙΛΟΓΟΣ
a Max Weber Η Προτεσταντική Ηθική και το πνεύμα του Καθολικισμού, εκδόσεις Gutenberg 1978
a «Απορρίπτονται για λόγους αρχής οι ποινές του θανάτου, της ατιμώσεως, και της γενικής δήμευσης, καθώς και τα βασανιστήρια…» Νέστωρ Κουράκης, Ποινική Καταστολή, εκδόσεις Α.Ν.Σάκκουλα 1997 σελ. 119 επ.
b Νέστωρ Κουράκης Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ. 424.
a J.G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002 σελ. 251 επ.
b Τι είναι Διαφωτισμός Μισέλ Φουκώ, Εκδόσεις ΕΡΑΣΜΟΣ 1988 σελ. 43
g ο Oswald Spengler στο βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης – το οποίο και κυκλοφόρησε πρόσφατα – διαπραγματεύεται την «κυκλική» κατάληξη του δυτικού πολιτισμού, που είχε ήδη ξεκινήσει στις μέρες του.
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Γ, σελ. 34
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 43

a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Γ, σελ. 37
a J.G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002 σελ. 173-174
a Η Φυλακή ως ετεροτοπία, Βασίλη Γκανιάτσα, Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα 40-41/1990 σελ. 59-62
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ 409
b Απόρροια αυτής της προσπάθειας είναι το βιβλίο του Ο Μεγάλος Εγκλεισμός στο οποίο αναφερθήκαμε συχνά εδώ, και στο οποίο συγκέντρωσε άρθρα, επιστολές και συνεντεύξεις από εκείνη την προσπάθεια.
g Όπως την αναλύει στο έργο του Αρχαιολογία της Γνώσης, στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Εξάντας 1987
d Δες και Νέστωρ Κουράκης Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ. 418
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Δ, σελ. 55
a Σωφρονιστική Νομοθεσία, Καλλιόπη Σπινέλλη – Νέστωρ Κουράκης, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Εισαγωγή σελ. 30 επ.
a π.χ. η στάση της ποινικής δικαιοσύνης έως και τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα απέναντι στους χρήστες ναρκωτικών, που κατά τον καθηγητή Νέστωρ Κουράκη αποτελούν σήμερα το 50% των τροφίμων των Φυλακών ανεβάζοντας το ποσοστό του πληθυσμού τους και οδηγώντας σε λανθασμένες πολιτικές αποσυμφόρησης (συνέντευξη στον Ραδιοσταθμό FLASH Νοέμβριος 2004), και που αντιμετωπίζονταν ως εγκληματίες, καθώς και η εν γένει κοινωνική και πολιτική στάση απέναντι στο πρόβλημα της κατοχής και χρήσης των ελαφρών ναρκωτικών.
a Έρευνα του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Νέστορα Κουράκη και συντονίστρια την εγκληματολόγο Φωτεινή Μηλιώνη, δημοσιευθείσα στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 2/12/2004.
b Στη σελ. 352-353 της Επιτήρηση και Τιμωρία-Η γέννηση της Φυλακής, ο Μ.F. καταγράφει από την Gazette des Tribunaux στις 3-12-1849(!) την αγόρευση του πρώην καταδίκου εργάτη που συνελήφθη και πάλι για κλοπή και επεξηγεί πως κατέληξε πάλι στο εδώλιο του κατηγορουμένου λόγω της άρνησης της αστυνομίας να του επιτρέψει να βρει αλλού δουλειά και πως λόγω της πείνας, της κακουχίας και της επιτήρησης, αποφάσισαν με το σύντροφό του ότι: «έπρεπε να ζήσουμε και μόνη λύση ήταν να ξαναρχίσουμε τις κλοπές»!!!
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Γ, σελ. 44
b Μ. Παρούση , O M. Foucault και η γενεαλογία του σωφρονισμού, στον τόμο Είδη Κυρώσεων και Δικαιϊκοί Κλάδοι [επιμ. Ι. Στράγγας] Α. Ν. Σάκκουλας 1991 σελ. 257