Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ - FOUCAULT

Κλείνοντας κανείς το βιβλίο Επιτήρηση και Τιμωρία – Η Γέννηση της Φυλακής, είναι δεδομένο ότι θα προβληματιστεί σχετικά με την ανάπτυξη του θέματος του συγγραφέα, αλλά συγχρόνως και θα αναλογιστεί την δική του θέση μέσα σε αυτό το επιτηρητικό σύστημα. Η Φυλακή είναι ένα σύστημα, άγνωστο για τους περισσότερους,(υπάρχουν άνθρωποι που ποτέ στην ζωή τους δεν πέρασαν ποτέ ούτε έξω από Φυλακή!), που διατηρεί ένα μύθο και μια θέση στην κοινωνία για την έννοια της τιμωρίας, αντιστρόφως ανάλογης αυτής που ονειρεύονταν οι μεταρρυθμιστές του Διαφωτισμού και ειδικότερα ο Beccaria και ήθελαν να εμφυσήσουν μέσα στην νέα κοινωνία που οραματίζονταν. Για τον Foucault το διακύβευμα ήταν πάντα η συστηματική της πειθαρχίας και της επιτήρησης που κατέκλυσε την κοινωνία και μπόλιασε τις συνήθειες και τις λειτουργίες των απλών ανθρώπων, λαϊκών και μικροαστών, συντηρητικών και προοδευτικών. Ακόμη και στα άλλα δύο κορυφαία έργα του η Ιστορία της Τρέλας και η Ιστορία της Σεξουαλικότητας καταπιάνεται με αυτό ακριβώς το σκεπτικό. Το πώς η κοινωνική πρακτική και οι προσωπικές συμβατικότητες των ανθρώπων, μέσα στις στενά προσωπικές και οικογενειακές τους σχέσεις, επέτρεψαν την περιθωριοποίηση των αποκλίσεων της ανθρώπινης φύσης, μέσω πειθαρχικών τεχνικών όχι κρατικής ή εξουσιαστικής προέλευσης και μορφής αλλά με βάση αυτές τις ίδιες τις πρακτικές και τις αυτοδεσμεύσεις. Ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ήταν μια «απόκλιση» και μάλιστα σε μια εποχή που η ομοφυλοφιλία δεν είχε την κοινωνική αποδοχή που έχει σήμερα. Αν οι σκέψεις και η δομική του φιλοσοφία με βάση την οποία τοποθετούσε και κατανοούσε τα πράγματα επηρεάζονταν από την προσωπική του εικόνα στον κόσμο, αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να το δεχτούμε. Αλλά δεν μπορεί κανείς να μην παρατηρήσει την αέναη αντίθεσή του απέναντι σε οτιδήποτε καταπιεστικό, κατασταλτικό και δογματικό εμφανίζονταν στην κοινωνία είτε κυρίως από την κρατική εξουσία είτε ως κοινωνική συνήθεια. Προσωπικά πιστεύω πως αυτό ήταν και το κυριότερο αντικείμενο των θέσεών του. Αυτό είναι που ενδιέφερε το Foucault σε όλα τα έργα του. Να μελετήσει την εξουσία όχι σε μια λογική θέσης – αντίθεσης εξουσίας ατόμου, αλλά με γνώμονα και οδηγό τις σχέσεις και τα πλέγματα μεταξύ των ανθρώπων σε διαπροσωπικό, οικογενειακό, φιλικό περιβάλλον, και συγχρόνως εντός των ενδοκοινωνικών δομών (στην δουλειά, στο δρόμο, στις καθημερινές κινήσεις και συγκρούσεις). Και να τονίσει, να αποκαλύψει και να παραδώσει στην κοινή θέα τις συνεχείς συγκρούσεις κυριαρχίας μεταξύ των κοινωνών τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Γιατί πέρα από την κρατική και ταξική κυριαρχία - μια εύκολη διαπίστωση και θέση για να αντιτεθεί κανείς - που καταγράφεται στο ατομικό υποσυνείδητο είτε ως ένα σύστημα είτε σαν μια κοινωνική τάξη (εν προκειμένω η αστική), είτε σαν μια ιδεολογία, είτε σαν μια θρησκεία, υπάρχουν δεκάδες μικρές κυριαρχίες μεταξύ των ανθρώπων στις διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, που δεν έχουν μια νομιμοποιημένη μορφή αλλά υπάγονται σε μια φυσική – για αυτούς που την αποδέχονται – υποταγή και πειθαρχία, σε μια νόρμα όπως θα την χαρακτήριζε ο Foucault. Αυτές οι φυσικές, εξωδικαιϊκές τεχνικές κυριαρχίας των ατόμων απέναντι στα άτομα και στις κοινωνίες και το αντίθετο ενυπήρχαν πάντοτε στην ανθρώπινη κοινωνία και ποτέ δεν αποτέλεσαν στοιχείο ιδιαίτερο κάποιας κοινωνικής ομάδας, λαού, ατόμου, επαγγέλματος. Γεννιόνταν στο καθημερινό «αλισβερίσι» των κοινωνών, μέσα στην καθημερινή τριβή τους και προσπάθεια για επικράτηση και εξουσία, χωρίς οι νικητές και οι ηττημένοι να θεωρούνται από πριν δεδομένοι. Ο καθένας μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί – έκων-άκων – στην θέση του χαμένου και να εξοστρακιστεί από τον κοινωνικό ιστό, ακόμη και από την οικογένειά του. Είναι μια πάλη ανάμεσα σε υποκείμενα και αντικείμενα εξουσίας, με τεχνικές και μηχανισμούς που εξελίσσονται παράλληλα με την κοινωνία.



Όταν ο Foucault έγραψε το συγκεκριμένο βιβλίο σκοπός του ήταν να επισημάνει στην αδιάφορη Γαλλική Κοινωνία τις συνέπειες της πειθαρχικής και επιτηρητικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης τους απέναντι στους κατάδικούς της. Με την παρουσίαση της Φυλακής ως μηχανισμού παραεξουσίας και παραγωγής εγκληματικότητας, έκρουσε το κώδωνα του κινδύνου για την εξέλιξη και τους κινδύνους της σωφρονιστικής πολιτικής. Για τον ίδιο το ζητούμενο δεν ήταν ποτέ οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές και θεωρίες αλλά το ίδιο το μέσο και οι σκοποί του. Με αυτή τη πεποίθηση στάθηκε αλληλέγγυος, με την συμμετοχή του στην GIP, στους εγκλείστους, που ξεσηκώθηκαν στην περίοδο ‘70-’72, στις Γαλλικές Φυλακές απαιτώντας καλύτερες και πιο ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης. Και επιδίωξε να αποκαλύψει την πειθαρχική και επιτηρητική πρακτική της εξουσίας σε μια κοινωνία που ανυποψίαστη και αδιάφορη παρακολουθούσε τις εξελίξεις. Στόχος του ήταν να δώσει το έναυσμα στην επιστημονική κοινότητα να ανατρέξει επιτέλους στην αληθινή αιτία της αποτυχίας της Φυλακής και να στρέψει το βλέμμα σε μια μικροφυσική της εξουσίας, την οποία ούτε φαντάζονταν ούτε υπολόγιζαν. «Οι τεχνικές της εξουσίας που δημιουργήθηκαν μέσω των πειθαρχικών μηχανισμών και της σχέσης της με την γνώση, την οδήγησαν σε μια παραβίαση μέσω αυτών της περιοχής του Δικαίου». Η εξουσία, με την μορφή που της δίνει ο Foucault ως Δημόσια και Υπέρτατη εξουσία των νόμων, πατώντας κυριολεκτικά πάνω στις διακηρύξεις των Διαφωτιστών περί ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και κυρίως ελευθερίας, χρησιμοποίησε την κωδικοποίηση τους και την θωρητικοποίησή τους μέσω του Δικαιϊκού συστήματος, για να μεταμορφωθεί, εξωτερικά, σε μια δημοκρατική και ελεγχόμενη εξουσία, το αντίθετο ακριβώς της αυθαίρετης και στυγνής μοναρχικής εξουσίας, πλην όμως ο εκδημοκρατισμός αυτός καθορίζονταν ουσιαστικά από τους μηχανισμούς του πειθαρχικού καταναγκασμού και θεμελιώνονταν σε αυτούς. Το σύστημα του δικαίου, το πεδίο του νόμου είναι μόνιμοι συντελεστές και συνεργάτες των πειθαρχικών αυτών μηχανισμών που η προέλευσή τους ξεκινά μέσα από την ίδια την κοινωνία, στις παρυφές του δικαίου. Εκεί όπου η εξουσία εδράζεται στα ακραία σημεία άσκησής της, και όπου είναι πάντα λιγότερο νόμιμη όσον αφορά τα χαρακτηριστικά της. Εκεί που μεταβάλλεται το άτομο σε αντικείμενο εξουσίας και συνδέεται μαζί της ή στρέφεται εναντίον της με δεσμούς αδιάλυτους, γίνεται στοιχείο της άρθρωσής της και συγχρόνως αποτέλεσμά της. Και όπου ο Νόμος, όπως τον απεικονίζουν οι Κώδικες και οι Θεσμοί, δεν μπαίνει ποτέ, δεν έχει καμία ουσιαστική αξία. Εκεί ήταν η περιοχή των βασανιστηρίων, εκεί βρίσκεται και η Φυλακή. Ξεκινώντας κανείς από μια τέτοια συλλογιστική οδηγείται εντέλει στην αναζήτηση των ανώτερων μορφών κυριαρχίας. Αναζητώντας ιστορικά και ερευνώντας από το πιο χαμηλό επίπεδο το πώς ξεκίνησαν και λειτούργησαν οι μηχανισμοί αυτοί της εξουσίας.«Να προσδιορίσει τους πραγματικούς συντελεστές τους (αυτούς που αποτέλεσαν τον άμεσο κοινωνικό περίγυρο, την οικογένεια, γονείς, γιατρούς κλπ.) και να μην βιαστεί να τους στοιβάξει κάτω από την εύκολη φόρμουλα της αστικής τάξης». Να δει πώς και πότε αυτοί οι μηχανισμοί «μετατράπηκαν σε πολιτικά χρήσιμοι και οικονομικά επωφελείς για να σκύψει από πάνω τους η αστική τάξη, να τους ανακαλύψει και να τους χρησιμοποιήσει, καθιστώντας τους κύριους εκφραστές και αντιπροσώπους των συμφερόντων της». Οι τεχνικές αυτές και οι διαδικασίες τους, που λειτουργούσαν εντός της κοινωνικής «συμπλοκής», ήταν που ενδιέφεραν την νέα εξουσία. Σταδιακά καταλαβαίνει κανείς πως το διακύβευμα της αστικής εξουσίας δεν είναι ο τρελός, ο σεξουαλικά διαφορετικός. Ο εγκληματίας, ο εγκλεισμός του, η αναμόρφωσή του, η τιμωρία του. «Το κύριο ενδιαφέρον της στρέφεται προς τις τεχνικές, το σύμπλεγμα των μηχανισμών, με τα οποία η εγκληματικότητα ελέγχεται, καταδιώκεται, τιμωρείται και αναμορφώνεται».



«Το γενικό μου πρόταγμα τα τελευταία χρόνια ήταν ουσιαστικά να αντιστρέψω τον τρόπο ανάλυσης που ακολούθησε ολόκληρος ο λόγος του δικαίου από τα χρόνια του Μεσαίωνα. Ο σκοπός μου λοιπόν ήταν να τον αναστρέψω, να δώσω δηλαδή την οφειλόμενη βαρύτητα στο γεγονός της κυριαρχίας, να εκθέσω την λανθάνουσα φύση της και την κτηνωδία της συγχρόνως. Θέλησα μετά να δείξω, όχι μόνο πώς το δίκαιο είναι γενικά το όργανο αυτής της κυριαρχίας – πράγμα που δεν χρειάζεται να το πούμε - αλλά να δείξω επίσης σε ποια έκταση και σε ποιες μορφές το δίκαιο (όχι μόνο οι νόμοι αλλά και το όλο σύμπλεγμα των Συστημάτων, των θεσμών και των κανονισμών των υπεύθυνων για την εφαρμογή τους) μεταβιβάζει και θέτει σε κίνηση σχέσεις που δεν είναι σχέσεις Υπέρτατης Εξουσίας αλλά κυριαρχίας. Επιπλέον όταν μιλώ για κυριαρχία δεν έχω στο νου εκείνο το στέρεο και σφαιρικό είδος κυριαρχίας που ασκεί ένα πρόσωπο σε άλλα, ή μια ομάδα σε μια άλλη, αλλά τις πολυειδείς μορφές κυριαρχίας που μπορεί να ασκούνται σε μια κοινωνία. Όχι λοιπόν την κυριαρχία του Βασιλιά στην κεντρική του θέση αλλά την κυριαρχία των υποκειμένων στις αμοιβαίες τους σχέσεις. Όχι το ενιαίο οικοδόμημα της Υπέρτατης Εξουσίας, αλλά τις πολλαπλές μορφές καθυπόταξης, που έχουν μια θέση και λειτουργία μέσα στον κοινωνικό οργανισμό…».
«… Πιστεύω ότι στους καιρούς μας η εξουσία ασκείται μέσω αυτού του Δικαίου και ταυτόχρονα μέσω αυτών των τεχνικών και ότι αυτές οι τεχνικές και αυτοί οι λόγοι, τους οποίους γέννησαν οι πειθαρχίες, παραβίασαν την περιοχή του Δικαίου με τρόπο ώστε οι διαδικασίες νορμοποίησης να ασχολούνται όλο και πιο σταθερά με τον αποικισμό των διαδικασιών του νόμου...»