Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ VI

«Surveiller et punir»
ΜΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ

Με μια πρώτη ματιά θα υποστήριζε κανείς την άποψη πως ο Foucault, παρουσιάζει και αναπτύσσει την θεώρηση της δημιουργίας και επιβολής ενός συστήματος σκέψης, το οποίο ακροπατώντας στις μεταρρυθμιστικές δογματικές της νεωτερικότητας που πρέσβευε εκείνη την εποχή ο Διαφωτισμός, παρέκαμψε – θα έλεγε κανείς – την παραδειγματική πρακτική των σημάτων και των «Νομικών Αλσυλλίων», όπως αυτά καταγράφονται στα κείμενα και στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της εποχής και επέβαλλε με σχεδόν σιωπηλή αποδοχή, την πανοπτική θεώρηση της επιτήρησης και τιμωρίας, όπως η τελευταία εκφράζεται μέσα από τον κυριότερο φορέα και δημιούργημά της : την Φυλακή. Τίθεται αυτομάτως εδώ το ερώτημα : είναι η Φυλακή μια εφεύρεση, ένα δημιούργημα του Διαφωτισμού και κατ΄ επέκταση της αστικής τάξης που επικράτησε από αυτή την πνευματική, κοινωνική και συνάμα οικονομική μεταρρύθμιση και τομή; Αυτό άραγε επιδιώκει να αποδείξει ο συγγραφέας; Αποτελεί δηλαδή το βιβλίο μια ακόμη επίθεση κατά της μπουρζουαζίας;
Η αστική τάξη βέβαια, όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει, καθόρισε εν τέλει τις ποινικές μεταρρυθμίσεις όχι με βάση την ισονομία και την δικαιική ισότητα απέναντι στο ποινικό σύστημα, αλλά με βάση το συμφέρον της. Η κωδικοποίηση των νόμων, η κατάργηση της «ιεροεξεταστικής» λογικής επί τη βάση των αποδεικτικών μέσων και στοιχείων, η χρήση της ορθολογικής σκέψης στην απόδειξη, η υπόθεση της αθωότητας του κατηγορουμένου μέχρι αποδείξεως του εναντίου, η εύλογη αναλογία μεταξύ αδικημάτων και ποινών, όλα αυτά αποτελούν μορφές υπεράσπισης της αστικής τάξης απέναντι στην καθεστωτική σύγκρουσή της με την αριστοκρατική και μοναρχική εξουσία στην Ευρώπη του 18ου αιώνα. Στην ουσία σκοπός ήταν η προάσπιση των συμφερόντων – επαγγελματικών και οικονομικών – απέναντι στις αυθαίρετες και άλογες κρίσεις της βασιλικής εξουσίας. Με την νέα μορφή όμως που έδωσε ο Δυτικοευρωπαϊκός Καπιταλισμός στις σχέσεις μεταξύ αστών και εργατικού δυναμικού (μορφή που, όπως προαναφέρθηκε, θεωρούμε ότι βασίστηκε στην επιρροή της θρησκείας του Προτεσταντισμού στην «ελεύθερη εργασία» και την οικονομική της οργάνωσήa), οι μεταρρυθμίσεις οδήγησαν και στην επιτήρηση, πειθαρχία, εγκλεισμό και καταπίεση της εν δυνάμει εργατικής τάξης, στην αποδυνάμωση της οποίας και στην οικονομική της παγίδευση, θα επισήμαινε κάποιος ουδέτερος παρατηρητής, εφαρμόστηκαν και αποσκοπούσαν.

Στην πραγματικότητα η αλήθεια σχετικά με την αληθή πρόθεση του συγγραφέα είναι κάπου στη μέση. Ναι μεν αναφέρεται στις θέσεις και σχηματοποιήσεις της αστικής τάξης στην διαμόρφωση μιας επιτηρητικής και κυρίως πειθαρχικής (σωφρονιστικής) πολιτικής αλλά καταφέρεται κατά πρώτον και κύρια κατά του Διαφωτισμού, τόσο με την έννοια μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, όσο και με την έννοια της διαρκούς (έως και στις μέρες μας) πολιτικής και πολιτισμικής εξέλιξης. Και παρατηρεί ότι με βάση αυτή την εξέλιξη τα σώματα από σημεία επιβολής της βασιλικής εξουσίας, μετατράπηκαν, μέσω της πειθαρχίας σε χρήσιμες τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, διαχειρίσιμες μονάδες. Με βάση την λογική αυτή ο Διαφωτισμός προώθησε μια μελέτη της ανθρώπινης ψυχικής και πνευματικής διάστασης, για επιστημονική χρησιμότητα και όχι μόνο. Αυτή η συγκέντρωση γνώσης που επιδιώκεται χάριν της επιστήμης - και πάνω στην οποία η τελευταία έχτισε το μύθο της του «τίποτε δεν είναι ακατόρθωτο στον επιστημονικό λόγο» - είναι που για τον Foucault, χαρακτηρίζει την εποχή του Διαφωτισμού και εντεύθεν. Και απώτερος στόχος της: ο έλεγχος της ανθρώπινης ψυχής.

Βέβαια αυτή η «μανιχαϊστική» λογική του συγγραφέα, που προσπαθεί να εντάξει την νεωτερική σκέψη των Διαφωτιστών και της εποχής τους σε ένα σύστημα πειθαρχικής και καταναγκαστικής μορφής, δίνοντάς του μια μακιαβελική εικόνα του απόλυτου κακού, είναι για τον ιστορικό της εποχής αρκετά μονοδιάστατη. Ούτε βέβαια υφίσταται μια «αγγελική» εικόνα της δημοκρατικής και φιλελεύθερης αστικής τάξης, αλλά ούτε και μια μορφή καταναγκαστικής συστηματοποίησης στην λογική των πάντων. Απεναντίας οι προσπάθειες πολλών μεταρρυθμιστών στρέφονταν, τόσο στο χώρο της φιλοσοφικής σκέψης που ήθελε να εκφράσει αυτή η εποχή, όσο και, ειδικότερα, στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης, στην μεταστροφή από την κολαστική εξουσία της μοναρχίας στην παραδειγματική και τιμωρητική συστηματική, ως μια μορφή «ανακούφισης» της ψυχολογικής στενότητας των ανθρώπων από την συνεχή και βίαιη και σκοτεινή πλευρά του βασανιστηρίου.a Ουσιαστικά ακόμη και αν δεχτούμε την σκέψη του Foucault περί «πανοπτικού» συστήματος πειθαρχίας, αυτή δεν μπορεί να μην συγκρουστεί με τις προσπάθειες των μεταρρυθμιστών να αποτρέψουν μια τέτοιου είδους μορφή ελέγχου σε καθολικό επίπεδο. Ακόμη και η ίδια η αποτυχία του Πανοπτικού, ως σωφρονιστικού ιδρύματος, φανερώνει την ιστορική αδυναμία της σύνδεσής του με την εν γένει σωφρονιστική πολιτική. Όπως παρατηρεί και ο καθηγητής Νέστωρ Κουράκης στο Επίμετρο που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του βιβλίου, ο Foucault: «…δεν λαμβάνει υπ’ όψη του τις αντιστάσεις που προβλήθηκαν ανέκαθεν στην πραγμάτωση των τεχνικών εξουσίας και που οδήγησαν σήμερα σε μια κατάσταση ουσιωδώς διαφορετική από εκείνη που περιγράφει…b».

*

Όσον αφορά τον Foucault και την σχέση του με το Διαφωτισμό, σε όλο το έργο του οδηγείται από μια δυσφημιστική λογική και από μια μεμονωμένη καχυποψία απέναντι σε αυτή τη πνευματική αναγέννηση του 18ου αιώνα και τις αλλαγές που επέφερε στην κοινωνία ολόκληρη τον 19ο αιώνα. Με τίποτα δεν παρατηρεί κανείς κάτι στο έργο του Foucault, που να μας πείθει ότι συμπαθούσε αυτό τον «βλακώδη 19ο αιώνα» (σύμφωνα με την γνωστή γαλλική φράση που αποτελεί πραγματικό μαργαριτάρι της γαλλικής αντιδραστικής ιδεολογίας και υπογράφεται από τον Leon Bloy). Στη λογική της αμφισβητήσιμης ιδεολογίας της αντί – κουλτούρας, η διαπόμπευση του συστήματος σκέψης και των ιδεολογικών αρχών των Διαφωτιστών, ενισχύει σημαντικά την προερμηνεία του κόσμου την οποία τόσο συμπαθεί η σκέψη των Marcuse, Laing, Illich και Foucault, οι οποίοι εναντιώθηκαν στον σύγχρονο πολιτισμόa. Στο έργο του «Τι είναι ο Διαφωτισμός» αναφέρεται σε ένα ομότιτλο άρθρο που είχε γράψει ο Kant το Νοέμβριο του 1784 στο γερμανικό περιοδικό Berlinishe Monatschrif, και στο οποίο ο τελευταίος διαπραγματευόταν την προβληματική του παρόντος, δεδομένου ότι ο Διαφωτισμός αποτελούσε τότε την ζώσα πραγματικότητα. Απέναντι στην λογική του δημόσιου και ιδιωτικού Λόγου που παραδέχεται ο Kant και τον αυτοπεριορισμό του τελευταίου στα πλαίσια μιας πολιτικής αρχής σύμφωνης με τον καθολικό λόγο, ο Foucault, κάνοντας χρήση του μπωντλερικού υποδείγματος της μοντερνικότητας, καταλήγει στην άποψη ότι πιο σημαντικό είναι όχι να διαφυλάττει κανείς τα λείψανα του Διαφωτισμού αλλά να έχει πλήρη συναίσθηση του ιστορικού νοήματός του. Έτσι δεν διστάζει να βάλει κατά της πνευματικής κληρονομιάς του τελευταίου σε όλο γενικά το έργο του, κυρίως στο βαθμό που η «κληρονομιά» αυτή διαχέεται έως την εποχή μας, και οδηγεί σε «μια κριτική σκέψη που παίρνει τη μορφή μιας οντολογίας του εαυτού μας, μιας οντολογίας του παρόντος». Όπως καταλήγει και ο ίδιος : «Δεν γνωρίζω κατά πόσο πρέπει να ειπωθεί σήμερα ότι το κριτικό έργο συνεπάγεται ακόμα την πίστη στο Διαφωτισμό. Επιμένω να πιστεύω ότι αυτό το έργο (της οντολογίας του παρόντος) απαιτεί εργασία πάνω από τα όριά μας, δηλαδή υπομονετικό μόχθο ο οποίος δίνει μορφή στον πόθο μας για ελευθερία»b.

*

Κάποιοι μελετητές του συγγραφέα αναγνωρίζουν στο έργο του την άμεση επίδραση του έργου του Nietzsche και θεωρούν ότι αποτελεί ένα από τα πιο κύρια δείγματα νέο – νιτσεϊσμού στην σύγχρονη δυτική σκέψη. Αν και ο Nietzsche δεν αντιπαθούσε τον Διαφωτισμό – το αντίθετο μάλιστα – τουναντίον τόσο ο ίδιος όσο και οι παλαιοί νιτσεϊκοί καταφέρθηκαν εναντίον του σύγχρονου πολιτισμού ως παρακμιακού g. Οι νεότεροι επηρεασμένοι και από την μαρξιστική θεωρία του επιτέθηκαν ως καταπιεστικού. Σε αντιδιαστολή με όλα τα παραπάνω ο Foucault αποδέχεται την δική του αριστεριστική λογική της ιστορίας σε αντιδιαστολή από μια καθαυτό μορφή οικονομικού ή τεχνικό – οικονομικού ντετερμινισμού. Η πρόταση του Foucault αφορά την ιστορία του σώματος και ως τέτοια μπορεί να εννοηθεί και η μορφή που δίνει στο βιβλίο του, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος του στην επιχειρηματολογία περί πειθαρχίας. Ο ίδιος το λέει καθαρά. Στόχος του είναι να περιγράψει καταρχήν μια πολιτική ιστορία του σώματος.

*

Αν και συμφωνεί λοιπόν με την άποψη του Nietzsche περί πραγματικότητας (δεν υπάρχει αλήθεια αλλά μόνο ερμηνείες) δεν αποδέχεται την άποψη του περί ιστορίας. Τον απασχολεί περισσότερο το πρόβλημα της γενεαλογίας, της ανόδου δηλαδή και της πτώσης των πολιτιστικών φαινομένων, απ’ ότι η ίδια η ιστορία τους. Στην λογική αυτή λοιπόν, της συνεχούς εναλλαγής και επαναχρησιμοποίησης των πολιτισμικών μορφών, καταγράφει την εξέλιξη των παλιών πολιτισμικών μορφών, που γίνονται αποδέκτες νέων λειτουργιών, όπως τα λοιμοκαθαρτήρια που γίνονται άσυλα και τα μοναστικά κελιά, κελιά φυλακών. Και ειδικά για την Φυλακή, καταγράφοντας την εξελικτική της διαμόρφωση μέσω της μεταρρύθμισης της ποινικής δικαιοσύνης, τονίζει την χρήση της για σκοπούς που κάθε άλλο συμβαδίζουν με την αρχική λειτουργική της. Το αποτέλεσμα της χρήσης της ως Φυλακή – διόρθωση, ως μέσου βελτίωσης όπως την ήθελαν ο Bentham και οι μεταρρυθμιστές του Διαφωτισμού δεν απέδωσε. Αντιθέτως αντί να αναμορφώνει, καθοδηγεί την συμπεριφορά του δράστη και εξειδικεύει την παραβατικότητά του. «Άρα εφόσον το αποτέλεσμα δεν συμβαδίζει με τον σκοπό, υπάρχουν περισσότερες δυνατότητες ή να αναθεωρήσουμε το θεσμό, ή να χρησιμοποιήσουμε σε κάτι τα αποτελέσματα που δεν προβλέφτηκαν από την αρχή αλλά μπορούν κάλλιστα να έχουν μια χρησιμότητα. Είναι λοιπόν αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάζουμε «δυνατότητα χρησιμοποίησης»a.

*

Αλλά τελικά το έργο του Foucault είναι κυρίως και πάνω απ’ όλα μια πολιτική ιστορία της ψυχής, εφόσον θεωρεί ότι η μικροφυσική της τιμωρητικής εξουσίας αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την γενεαλογία της ψυχής στην σύγχρονη κοινωνία. Αντιδρώντας λοιπόν στην υλιστική λογική διακηρύσσει πρώτα και κύρια την «ύπαρξη» της ψυχής μέσα από την πειθαρχική πρακτική και την επιτήρηση. Στην ψυχή κατευθύνεται όλη η προσπάθεια των πειθαρχικών και επιτηρητικών μηχανισμών που τιμωρούν, επιβλέπουν, διορθώνουν και ελέγχουν. Η ψυχή του κατάδικου, η ψυχή του εγκληματία, το προϊόν της πειθαρχίας και του καταναγκασμού αποτελεί ταυτόχρονα «το αποτέλεσμα και το όργανο μιας πολιτικής οικονομίας. Ψυχή – Φυλακή του Σώματος»b. Στην εγκάθειρκτη κοινωνία η ψυχή είναι εκείνη που φυλακίζει το σώμα. Σημασία πια δεν έχει η επίδειξη της μοναρχικής εξουσίας επάνω στο σώμα ως «σήμα» απέναντι στους υπηκόους της. Το ζητούμενο για τον Foucault είναι η επίδραση και ο έλεγχος των ελευθεριών των ανθρώπων, καθώς αυτές ελέγχουν το ίδιο το σώμα και τις αντιδράσεις του. Και εν τέλει η πειθαρχία και ο καταναγκασμός της ψυχής επιφέρουν πιο άμεσα και μακροχρόνια αποτελέσματα στις αντιδραστικές και, επαναστατικές ίσως, κινήσεις των πολιτών. Σε συνδυασμό με την τοποθέτηση του συγγραφέα απέναντι στην αστική ιδεολογία που «γέννησε» ο Διαφωτισμός, όσον αφορά τον έλεγχο των οργάνων παραγωγής και την διαφύλαξη των αγαθών, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί τελικά η «ψυχή» ως συνείδηση, υποκειμενικότητα, προσωπικότητα, ατομικότητα, ηθική κλπ. ήταν για τον Foucault το κύριο σημείο αναφοράς της πολιτικής ελέγχου που η αστική κοινωνία επεδίωξε να κατασκευάσει και τον οποίο έλεγχο πέτυχε τελικά μέσω των πειθαρχικών της μηχανισμών (άσυλα, φυλακές, σωφρονιστήρια, ψυχιατρικά καταστήματα κλπ.) Από μια άλλη σκοπιά αυτή η πολιτική ελέγχου της «ψυχής» οδήγησε στην αρχικά αδιάφορη και ανεκμετάλλευτη γνώση της, η οποία όμως, σταδιακά, μετατράπηκε σε κύριο σημείο εκκίνησης της επιτηρητικής πρακτικής, όταν διαπιστώθηκε η γνώση που η τελευταία συγκεντρώνει τόσο στο πλαίσιο μια επιστημονικής μελέτης του ανθρώπινου σώματος, όσο και στην προσπάθεια περαιτέρω κατανόησης των ανθρώπινων αντιδράσεων απέναντι σε ομοειδής μηχανισμούς. «Έτσι η σημασία που δόθηκε στις ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές πλευρές της εγκληματικής προσωπικότητας, πράγμα που επιβεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του αιώνα, ήταν καθοδηγούμενη από μια τιμωρητική πρακτική, που έθετε τη βελτίωση του εγκληματία σαν σκοπό της και η οποία δεν προσέκρουε παρά μόνο στην αδυναμία επίτευξης της ζητούμενης βελτίωσης.»a Και πάνω σε αυτή την σύλληψη ο Foucault θέτει την προβληματική της εξέλιξης της Επιστήμης, ως της κατεξοχήν κερδισμένης από αυτή την τιμωρητική πολιτική απέναντι στην «ψυχή» του εγκληματία, μέσα και από τη Φυλακή, όπου οι ανθρωπολογικές της ρίζες «ξεπρόβαλαν» μέσα από τα σκοτεινά κελιά των φυλακών, «απλώθηκαν» εντός των οργανωμένων μονάδων των νοσοκομείων και των σωφρονιστηρίων και «άνθισαν» πάνω στις πειθαρχημένες ομαδοποιήσεις των ασύλων και των εργοστασίων.

*

Περνώντας από την «άλλη μεριά του ποταμού» και μελετώντας το έργο ως ένα ιστορικό κείμενο θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε τρία κυρίως σημεία. Στην μη διερεύνηση από μέρους του συγγραφέα των μεταβάσεων από το ένα ποινικό σύστημα στο άλλο. Δεν είναι ιδιαίτερο πειστικός στις μεταβολές των τρόπων καταπίεσης όσον αφορά τις εν γένει κοινωνικές εξελίξεις της εποχής, και κυρίως, αν και στηρίζει σε πλείστες αρχειακές πηγές – τόσο σπάνιες όσο και τυπικά αδιάφορες – την επιχειρηματολογία του περί δημόσιας εκτέλεσης και βασανιστηρίων, δεν κάνει το ίδιο στην ανάλυσή του σχετικά με την εξαφάνισή τους λόγω πολιτικού κινδύνου και ανεξέλεγκτων ταραχών. Συγχρόνως αποτελεί έκπληξη για τον καταρτισμένο μελετητή της Ιστορίας η παντελής απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην Επαναστατική περίοδο και κυρίως στο πιο αιματηρό κομμάτι της, την Τρομοκρατία. Και δεν είναι σίγουρα αμελητέα η επίδραση της λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στην αριστοκρατία και η αιματοβαμμένη πολιτική του κόμματος των ορεινών και των πνευματικών ταγών του (Ροβεσπιέρος, Σαιν Ζυστ, Μαρά) απέναντι σε κάθε είδους «αντίδραση», που οδήγησε 400.000 και πλέον άτομα στην γκιλοτίνα, όσον αφορά την εξέλιξη της ποινικής δικαιοσύνης τόσο επί Διευθυντηρίου όσο και επί Ναπολέοντα και του Ποινικού Κώδικα του 1810. Η ανάμνηση των πανηγυρικών στιγμών των εκτελέσεων στην Place de Concorde επηρέασε άμεσα την αντικατάσταση του θεαματικού ικριώματος από τον εγκλεισμό. Από την άλλη η συγκεντρωτική λογική του Ναπολεόντειου συστήματος, την οποία καταγράφει και ο Foucault στα πλαίσια της πειθαρχικής και επιτηρητικής μεθοδολογίας αυτού του συστήματος, επανέφερε κάποιες από τις επαίσχυντες τιμωρίες που είχαν καταδικάσει απερίφραστα οι Διαφωτιστές, παράλληλα όμως με βελτιώσεις στο σύστημα κράτησης. Και μάλιστα οι τιμωρίες αυτές παρέμειναν εν ισχύ έως και την Ιουλιανή Μοναρχία (circa 1830). Γενικά ο Foucault αποφεύγει να καταγράψει την επιβίωση πολλών ποινικών τιμωριών της προ Επαναστατικής εποχής ακόμη και μετά την επικράτηση της πειθαρχικής και επιτηρητικής δικαιοσύνης. Τελικά το πέρασμα από την παραδοσιακή μεθοδολογία των σωματικών κυρώσεων στην αναμορφωτική των Φυλακών δεν ήταν - μεθοδολογικά και χρονολογικά - τόσο σαφές όσο διαφαίνεται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.a

*

Από μια άλλη σκοπιά σκύβοντας κανείς πάνω από την πραγματεία Dei delitti e delle pene [Περί εγκλημάτων και ποινών] του Cesare Beccaria, του θεωρητικού της μεταρρύθμισης του ποινικού συστήματος, ανακαλύπτει πως η θεωρία των ποινών και το δικαίωμα της τιμωρίας που περιγράφει ο ίδιος ο Beccaria, απέχουν αρκετά από το όραμα μιας έντονα πειθαρχικής μεθοδολογίας και μιας επιτηρητικής και παρεμβατικής αρχής σε κάθε επίπεδο δραστηριότητας όπως αυτό που περιγράφει ο συγγραφές στην εγκάθειρκτη κοινωνία του. Ο ίδιος ο Βeccaria αντιλαμβανόταν την λειτουργία της ποινής και το δικαίωμα για τιμωρία μέσα στα πλαίσια της ισονομίας και της ισοπολιτείας και κάθε άλλο παρά ως μια πειθαρχική μέθοδο πειθούς της κατώτερης κοινωνικά τάξης από μια ανώτερη. Ο ωφελιμισμός ως προέκταση της ποινής δεν είναι ασύμβατος με φιλελεύθερα και φιλανθρωπικά ρεύματα σκέψης της εποχής. Γενικά δύσκολα ταυτίζει κάποιος την ορθολογική μορφολογία της ποινής όπως αυτή εκφράζεται τόσο μέσα από το έργο του Beccaria όσο και των υπολοίπων μεταρρυθμιστών, που προαναφέρθηκαν σε άλλες σελίδες, με την ειδεχθή εικόνα της πειθαρχικά ελεγχόμενης κοινωνίας που ο συγγραφέας αναπαράγει. Ίσως να συνίσταται σε μια γενεαλογικά λανθασμένη ερμηνεία των θεωριών από τον συγγραφέα. Πάντως η κάθειρξη επικράτησε, αν και είχε απορριφθεί σχετικά νωρίς από όλους τους μεταρρυθμιστές, και είναι γεγονός αναμφισβήτητο πως κατάφερε να θριαμβεύσει αρκετά γρήγορα σε όλα τα συστήματα και σε όλες τις διαφορετικές πολιτικές μορφές εξουσίας.

*

Αν και καταγράφεται από τον συγγραφέα η ένταξη της Φυλακής στο ποινικό σύστημα ως μορφή πειθαρχίας απέναντι στο ωφέλιμο εργατικό δυναμικό και στον έλεγχο αυτού, επεκτείνοντας μάλιστα την μομφή σε όλο το σύγχρονο πολιτισμό – μόρφωμα του Διαφωτισμού – για την σύγχρονη εγκάθειρκτη κοινωνία, ο προσεκτικός μελετητής αντιμετωπίζει τον προβληματισμό, αναγιγνώσκοντας την επιχειρηματολογία του συγγραφέα, της εμφάνισης της Φυλακής σε μια πλειάδα διαφορετικών δομών και πολιτικών συστημάτων. Από την Αμερική του 18ου αιώνα που ως νέα κοινωνία στήνει τους δικούς της νέους ποινικούς θεσμούς με βάση την μεθοδολογία των πειθαρχικών και εγκάθειρκτων συστημάτων, ως την Αγγλία της αναδυόμενης και ισχυρής αστικής τάξης, και από την περιορισμένα ισχυρή αστική κοινωνία της Γαλλίας - και περισσότερο χώρα μικροκαλλιεργητών – στην αριστοκρατική κοινωνία της μοναρχικής Αυστρίας και στην στρατιωτικοποιημένη νοοτροπία της Πρωσίας, παντού επικρατεί η συλλογιστική της εγκάθειρκτης ποινικής μεταχείρισης των καταδίκων και της χρήσης της Φυλακής. Η σύνδεση μεταξύ των πειθαρχικών συστημάτων και της επιτήρησης των κατώτερων λαϊκών τάξεων χάριν της εργασιακής ειρήνης και υποταγής είναι μια δελεαστική εικόνα των μαρξιστικών θεωριών, αρκετά μεταγενέστερη όμως.

*

Συγχρόνως η σύνδεση της Φυλακής με θεσμούς που δεν είναι εξ’ αρχής αποκομμένοι από την ευρύτερη κοινωνία, όπως το σχολείο και το νοσοκομείο, δημιουργεί μια αμφιβολία σχετικά με την όλη λειτουργικότητα των πειθαρχικών μηχανισμών της εξουσίας απέναντι στον άνθρωπο, μέσω τον σταδιακών περασμάτων από τους θεσμούς αυτούς, όπως επιδιώκει να την παρουσιάσει ο Foucault. Ειδικότερα αν και το σχολείο ή το νοσοκομείο παραμένουν πάντα εντός του ευρύτερου κοινωνικού χώρου, όπως αυτός ορίζεται στην θεωρία της κοινωνικής ουτοπίας, ενταγμένα εντός του κοινωνικού χώρου και σε συνάρτηση με αυτόν, η Φυλακή αντιμετωπίστηκε σταθερά ως «ετεροτοπία». Είναι δηλαδή ένας αντί – τόπος, μια αντί – λειτουργία. Αυτός ο χώρος αποκλεισμού και τιμωρίας δεν έχει λοιπόν καμία σχέση με το σχολείο ή το νοσοκομείο όπου αντιθέτως παρέμειναν εντός ενός άπειρου μεν και εκτεταμένου κοινωνικού χώρου, αλλά ως αναπόσπαστα και λειτουργικά τμήματα αυτού. Το αν σε αυτούς τους θεσμούς εφαρμόζεται μια πειθαρχική λογική χάριν της εξουσίας της επιτήρησης, αυτό είναι κάτι που δύσκολα μπορεί να ταυτιστεί με την έξω – κοινωνική λειτουργία της Φυλακής για τους ίδιους λόγους. Αυτή η λειτουργία της Φυλακής ως χώρος αποκλεισμού και διαχωρισμού της κάθε είδους παρέκκλισης και ανωμαλίας, που ξεφεύγει από τις κοινές σταθερές, είναι διαφορετική, τόσο από την λειτουργία εξίσου ετερότοπων θεσμών, όπως τα μοναστήρια και τα νεκροταφεία (με τη διαφορά ότι αυτά κατά κάποιο τρόπο εναντιώνονται διαλεκτικά στην κοινωνική ζωή αλλά μέσα από τους όρους της) όσο και με τα προαναφερθέντα μορφώματα του σχολείου και του νοσοκομείου, πάνω στα οποία ο Foucault στηρίζει την ανάπτυξη της πειθαρχικής κοινωνίας. Οι φυλακές κατά κάποιο τρόπο απομάκρυναν από την κοινωνία το αίσθημα της ενοχής που της δημιουργούν οι μορφές των καταδίκων, μια εκ διαμέτρου αντίθετη εικόνα από αυτή που η ίδια θέλει να παρουσιάζει και στην οποία στηρίζει την πίστη των πολιτών της. Ουσιαστικά αποσυνδέει την αναμόρφωση των καταδίκων από τον κοινωνικό ιστό και σε αντίθεση τόσο με τα νοσοκομεία όσο και με τα σχολεία (αλλά στην ίδια λογική με τα άσυλα ανιάτων και τα στρατόπεδα) την τοποθετεί εν τέλει στο περιθώριο. Τα «Νομικά Άλση» των μεταρρυθμιστών, στα οποία η ίδια η κοινωνία παραδειγματίζεται και ελέγχεται, μετατράπηκαν σε αρχιτεκτονικά εκτρώματα, τα οποία εξυπηρέτησαν αυτή την ανάγκη απομάκρυνσης της σωφρονιστικής θεραπείας – πειθαρχίας κατά τον Foucault – από τον ζωντανό κοινωνικό ιστό για χάρη της κοινωνικής τελειότητας.a

*

Αυτό πάντως που έκανε τους ιστορικό - ποινικολόγους να στραφούν προς το βιβλίο του με μια διάθεση αξιολόγησης αυτού και μια φιλική υποδοχή απέναντι σε έναν μη «ειδικό», είναι σίγουρα η πολύ καλά στερεωμένη άποψή του περί εξουσιαστικής πειθαρχίας και Φυλακής και την άμεση σύνδεση της τελευταίας με τις τεχνικές εξουσίας, σε μια ανάλυση που κοιτά πέρα από μια ακόμη μαρξιστική πρισματική. Δεν υποκειμενικοποιεί όσο θα ήθελε ένας μαρξιστής την έννοια της εξουσίας, ανεξάρτητα αν αποδίδει την θεωρητική της εκκίνηση στην πνευματική κληρονομιά του Διαφωτισμού, παιδί της οποίας είναι η αστική τάξη. Ούτε από την άλλη αντικειμενικοποιεί ακριβώς τα θύματα αυτής της εξουσίας δίνοντάς τους μια ξεκάθαρη θέση – αντίθεση απέναντί της. Η εξουσία είναι μια στρατηγική και ως τέτοια αποτελεί για το Foucault μια πολλαπλότητα φορέων και δεκτών χωρίς αυστηρά καθορισμένες μορφές ή τάξεις. Αν και δεν αποφεύγει την παρατήρηση περί ελέγχου του ωφέλιμου εργατικού δυναμικού μέσω της πειθαρχικής συστηματικής, αδυνατεί ή δεν θέλει να της δώσει και αυτός μια εικόνα δράσης–αντίδρασης, μιας μάχης που η ιστορική εξέλιξη θα δικαιώσει. Έχοντας μια νέο – αναρχική θεώρηση των σχέσεων εξουσίας, αντιλαμβάνεται την τελευταία ως μια συνεχή εμπλοκή μεταξύ όλων των μελών του κοινωνικού συνόλου είτε ως εξουσιαστές είτε ως εξουσιαζόμενοι. Αυτό που θέλει να τονίσει κυρίως είναι ότι «μέσα στην κεντρική και αποκεντρωμένη ανθρωπότητα, αποτέλεσμα και όργανο περίπλοκων σχέσεων εξουσίας, τα καθυποταγμένα από πολλαπλά συστήματα «κάθειρξης» σώματα και δυνάμεις, αντικείμενα λόγων που και αυτοί είναι στοιχεία αυτής της στρατηγικής, αντιλαλεί καθαρά το μπουμπουνητό της μάχης»a.

*

Πάνω στην τελευταία παρατήρηση, θα ήταν σωστό να αναφέρουμε την πολιτική του δράση την περίοδο που έγραψε το κείμενο αυτό. Το 1971 η διάλυση της μαοϊκής οργάνωσης «Προλεταριακή Αριστερά» και η φυλάκιση των μελών της έδωσε αφορμή σε μια απεργία πείνας των τελευταίων με στόχο την αναγνώρισή τους από το κράτος ως πολιτικών κρατουμένων και κατ’ επέκταση την προσέλκυση ενδιαφέροντος στο σωφρονιστικό σύστημα της χώρας. Με την διάθεση να μεταφέρει στην διανόηση τα επαναστατικά πρότυπα του Μάη του 68 ο Foucault ιδρύει μαζί με άλλους διανοούμενους την GIP την Ομάδα Πληροφόρησης για τις Φυλακές, με πολλαπλές δραστηριότητες για την κατανόηση και γνωριμία της ανυποψίαστης κοινωνίας με αυτή την «ετεροτοπία» των Φυλακών, αλλά παράλληλα και με διάθεση να κινητοποιηθούν συγκεκριμένες κατηγορίες διανοουμένων (δικαστικοί, γιατροί, κοινωνικοί λειτουργοί) b. Η όλη διαλεκτική μεταξύ των διανοούμενων και των εκπροσώπων των Φυλακών, καθώς και η βαθιά επίδραση του Μάη του 68 στην όλη οπτική του σχετικά με τον κίνδυνο ισοπέδωσης του σύγχρονου ανθρώπου, τον ώθησαν στην προβληματική της αναθεώρησης της μεθοδολογίας του περί της γνώσης g και τον οδήγησαν σε μια νέα κριτική μέθοδο περί πολιτικής εξουσίας και γνώσης d. Έτσι καταλήγει και στην προαναφερόμενη γενεαλογική μελέτη των διάφορων πολιτισμικών φαινομένων και των επιδράσεων τους πάνω στην κοινωνία, όπως οι θεσμοί της εξουσίας και οι ανθρώπινες επιστήμες εν γένει.

*

Αυτό που φαίνεται πάντως ως αδυναμία στο έργο του Foucault, η έλλειψη δηλαδή των εναλλακτικών λύσεων και η διέξοδος από αυτή την κρίση, σίγουρα δεν μπορεί να καλυφθεί από μια προταθείσα από μερικούς ομολόγους του, όπως του Louk Hulsman, καταργητική θεωρία της Φυλακής και αποποινικοποίησης των πράξεων και συμπεριφορών που ο νόμος ανάγει ως εγκλήματα, στηριζόμενος στην άποψη ότι η Φυλακή δεν είναι υποχρεωτικά απαραίτητη εντός της κοινωνικής διαδικασίας a. Απέναντι σε αυτή την θεωρητική και ο ίδιος ο Foucault στέκεται σκεπτικός. Ακόμη και αν καταργηθεί η Φυλακή τόσο ως μηχανισμός τιμωρίας και πειθαρχίας όσο και σαν αρχιτεκτονικό δημιούργημα του πανοπτισμού, οι ίδιοι οι μηχανισμοί της εξουσίας και οι καταναγκαστικές τεχνικές τους δεν πρόκειται να χάσουν τα υπόλοιπα ερείσματά τους μέσα στο σύστημα. Το θέμα δεν είναι το αποτέλεσμα των της κατασταλτικής τεχνικής και οι παράμετροι της τελευταίας στην σωφρονιστική πολιτική, αλλά το ίδιο το σύστημα της σκέψης, που κατά τον Foucault εδραιώθηκε στην κλασική εποχή και διατείνεται έως τις μέρες μας. Απέναντι σε αυτό το σύστημα, που βρίσκει πάντα τρόπους να διεισδύει μέσα στην κοινωνία και να την καθιστά μια επιτηρητική κοινωνία, η καταργητική θεωρία απλά συνεχίζει να κρατά εδραίο το «δικαίωμα» της τιμωρίας, πάνω στο οποίο η εξουσία στηρίζει την νομιμοποιημένη εκδοχή της «ενοχής». Μήπως τελικά αυτή είναι και η επισήμανσή του απέναντι στις θεωρίες της αλλαγής του ποινικού συστήματος, χωρίς να λαβαίνετε υπ’ όψη «το σύστημα σκέψης πάνω στο οποίο βασίζονται όλες αυτές οι αναλύσεις εδώ και ενάμισι αιώνα»;

*

Όλες οι θεωρίες των σωφρονιστικών μοντέλων που αναπτύχθηκαν από την στιγμή της καθιέρωσης της ποινής της στέρησης της ελευθερίας και την έκτισή της στην Φυλακή, κατέγραφαν πάντα ένα πρόβλημα ανακολουθίας της ποινής ως προς το μέσο. Στην λογική της προστασίας της κοινωνίας από τον κρατούμενο, με βάση την οποία θεωρήθηκε η Φυλακή το καταλληλότερο μέρος να απομονωθεί ο κατάδικός – εκτός του κοινωνικού ιστού – και να εμποδιστεί η υποτροπή του και η τυχόν απόδρασή του, οδηγηθήκαμε στην δημιουργία των μεγάλων αρχιτεκτονικών οικοδομημάτων των Φυλακών και στην κατασταλτική και τιμωρητική θέση του συστήματος απέναντι στον κρατούμενο. Όμως η απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων από τους ανθρωποφύλακες και η παντελής έλλειψη αποτελέσματος στην αναμορφωτική προσπάθεια της καταναγκαστικής εργασίας, οδήγησαν στην εισαγωγή νέων θεσμών στην ποινική δικαιοσύνη με απώτερο σκοπό την εξατομικευμένη μεταχείριση και παρακολούθηση των καταδίκων, την αναζήτηση και την εφαρμογή νέων εναλλακτικών ποινών (έως και υποκατάσταση των φυλακών), και κυρίως την δίκαιη και ανάλογη με την βαρύτητα του εγκλήματος ποινή που τείνει να αποκαταστήσει τη βλάβηa. Έτσι στο μοντέλο της αναμόρφωσης, που επικράτησε στην Δυτική Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική τις δεκαετίες μεταξύ 1950 – 1970, επιδιώκετε η εξατομικευμένη μεταχείριση του καταδίκου και η ψυχολογική - ψυχιατρική του παρακολούθηση από εξειδικευμένο ιατρικό προσωπικό. Εν συνεχεία στο μοντέλο της επανένταξης (δεκαετίες 1970 - 1980), πεποίθηση των επιστημόνων ήταν πως η παραμονή του καταδίκου εκτός της εν Φυλακεί κοινωνίας θα επέφερε αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της παραβατικής συμπεριφοράς του και ιδιοσυγκρασίας. Κατά το δικαιϊκό μοντέλο δε (της δίκαιης ανταμοιβής), η δίκαιη και ανάλογη με την βαρύτητα του εγκλήματος ποινή, που τείνει να αποκαταστήσει τη βλάβη και η αναγνώριση της ευθύνης του δράστη, σε συνδυασμό με την προσπάθεια πλήρους κατηγοριοποίησης και κωδικοποίησης της αναλογίας εγκλήματος - ποινής, οδήγησαν την ποινική δικαιοσύνη από την μια σε μια τάση εναλλακτικών ποινών και υποκατάστασης της Φυλακής με απώτερο σκοπό την αποσυμφόρηση τους από την πληθυσμιακή έκρηξη που τις απειλούσε, ενώ παράλληλα η θέση του δικαστή απέναντι στις κωδικοποιημένες ποινές τον μετέτρεψαν σε άβουλο μέσο απονομής μιας δικαιοσύνης εκ των προτέρων αποδοθείσας. Αν και η ποινική νομοθεσία περιέλαβε στις διατάξεις της για τους κρατουμένους κομμάτια από όλες τις παραπάνω αναφερόμενες θεωρίες και σκοπούς, εντούτοις αυτή η συνεχής εναλλαγή προτάσεων, συστημάτων, θέσεων και κωδικοποιήσεων, οδήγησαν σε ένα πρόβλημα αφομοίωσης τους από την καθημερινή πρακτική. Για τον Foucault η όλη αυτή προσπάθεια αναζήτησης μια ιδεατής και ανθρώπινης μεταχείρισης του κρατούμενου εντός του πεδίου όμως που θέτει το πειθαρχικό σύστημα και η Φυλακή, τον οδήγησε στην αντίθεσή του απέναντι σε όλες αυτές τις θεωρίες, χαρακτηρίζοντάς τις ως «πολυλογία».

*

Η κύρια όμως συλλογιστική του περί οργάνωσης μιας εγκληματικής κοινωνίας από την Φυλακή, της συνεχής ανακύκλωσης των φυλακισμένων και της χρησιμοποίησής τους από την εξουσία ως περιχαρακωμένης και ελεγχόμενης κοινωνικής ομάδας για πολλαπλούς σκοπούς, αποτέλεσε σημείο αναφοράς στην σωφρονιστική διαλεκτική. Οι επισημάνσεις του σχετικά με τις σχέσεις εξουσίας – γνώσης, θέτουν σε έντονο προβληματισμό την τάση των δικαστών να στηρίζονται στην επιστημονική αυθεντία κατά την εκδίκαση των υποθέσεων και το σχηματισμό της δικανικής τους πεποίθησης. Σχεδόν επέτρεψαν στην εγκληματολογική επιστήμη να χρησιμοποιεί τα πορίσματά της – τα οποία συνέλεξε με την επιτηρητική λογική της ανίχνευσης των κρατουμένων - εγκληματιών στην Φυλακή – στην προσπάθεια καταγραφής ενός ψυχολογικού προφίλ του εγκληματία που τον «εξομοιώνει» και τον κατατάσσει σε προκαθορισμένες επιστημονικές παραμέτρους και κατηγοριοποιήσεις. Η καταγραφή αυτών των δεδομένων - συμπερασμάτων και η ένταξή τους στην δικανική συλλογιστική θέτουν ένα ηθικό δίλημμα του κατά πόσον ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζεται από το ποινικό σύστημα ως δράστης μιας τιμωρητικής από αυτόν πράξης, ο οποίος δικάζεται για το έγκλημά του και μόνο, ή αντίθετα στο πρόσωπό του ο Δικαστής του, αναγνωρίζει ένα κομμάτι μιας ευρύτερης κοινωνίας εγκληματιών με ταυτόσημες συμπεριφορές και αντίστοιχη αντιμετώπιση. Μια τάση δηλαδή να αποδίδεται δικαιοσύνη από το Δικαστή, βασιζόμενος ο τελευταίος περισσότερο σε ένα σύνολο ιδιαιτεροτήτων που χαρακτηρίζουν μια ύπαρξη, κι ένα τρόπο στάσης, παρά σε ένα συγκεκριμένο γεγονός. Απέναντι σε αυτή την πρακτική θα μπορούσε κάποιος δίκαια να αντιτάξει την κατηγοριοποίηση των εγκληματιών ως μια πρακτική λογική ξεχωριστής αντιμετώπισης των εξειδικευμένων περιπτώσεων και επιστημονικής καταγραφής των διαφορετικών στοιχείων που επηρεάζουν την συμπεριφορά του κάθε κατάδικου. Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση των αιτίων μιας εγκληματικής συμπεριφοράς και στην εξεύρεση ενδεδειγμένων λύσεων επανένταξής του καταδίκου στο κοινωνικό σύνολο, η ελλειπτική και αποσπασματική υποστήριξη τέτοιων προσπαθειών μέσα στις φυλακές, η απουσία εξειδικευμένου προσωπικού επιτήρησης τους και η ηθική απαξίωση που βιώνει ένας πρώην κατάδικός έξω από αυτές, οδήγησαν σε περιορισμό των τέτοιου είδους προγραμμάτων και στην εγκατάλειψη της επανενταξιακής πολιτικής που θα έπρεπε να συνοδεύει τον κάθε κατάδικο. Για την κοινωνία ο πρώην κατάδικος θα παραμένει πάντα ο μελλοντικός εγκληματίας.

*

Πάνω σε αυτό το τελευταίο αξίζει να επισημανθεί η ταύτιση του εγκληματία με έναν «εκτός κοινωνίας» άνθρωπο. Δεν είναι αμελητέα η αδυναμία του ποινικού συστήματος να παρακολουθήσει τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξειςa. Κάτω από την ταμπέλα του εγκληματία συνωστίζεται μια πληθώρα διαφορετικών περιπτώσεων κατηγορουμένων παραβατών, διεκδικώντας τελικά ο καθένας για τον εαυτό του την θέση του στην κοινωνική απαξίωση. Ο «εγκληματίας» είναι ένα άτομο «διαφορετικό» και εν τέλει επικίνδυνο, είναι πάντα ο άλλος και δύσκολα γίνεται πάλι αποδεκτός από το κοινωνικό σύνολο. Όπως παρατηρεί ο Foucault από την λαϊκή αποδοχή των καταδικασμένων από την κοινωνία της Ancient Regime περάσαμε στην ηθική αποστροφή τους από μια ταξική κοινωνία, που διαχώρισε τα εγκλήματα και απομάκρυνε τους δράστες τους από τον κοινωνικό ιστό, χάριν της κοινωνικής ησυχίας και ασφάλειας. Η Φυλακή βοηθάει στην περισυλλογή και φύλαξη αυτής της «διαφορετικής κοινωνικής τάξης» με πειθαρχικούς μηχανισμούς και επιτηρητικές πρακτικές σε έναν ιδιαίτερο χώρο, και περιχαρακώνει αυτό το χώρο ως μια νέα μορφή «ετεροτοπίας». Ο εγκληματίας παραμένει τελικά έτσι ένας εκτός κοινωνίας άνθρωπος, ένα «φύσει ζώο πολιτικό» που μετατρέπεται σε θέσει ζώο αντικοινωνικό, αδυνατώντας να επανενταχθεί στην κοινωνία ακόμη κι αν το επιδιώξει, αποδεχόμενος όλες τις νομιμοποιημένες θεραπευτικές ή διορθωτικές επεμβάσεις στην προσωπικότητά του ώστε να αποδοθεί «κεκαθαρμένος» στο κοινωνικό σύνολο.

*

Η Φυλακή είναι τελικά μια παραγωγική μηχανή εγκληματιών. Μια μορφή εξουσίας που καθυποτάσσει τις διαφορετικές συμπεριφορές και ωθεί τους «ενοίκους» της στην εκμάθηση νέων τρόπων παραβατικότητας και σε τάσεις επαναληπτικής συμπεριφοράς που αργά ή γρήγορα θα τους επαναφέρουν στους κόλπους της. Η δυνατότητα αναμόρφωσης των καταδίκων εντός της Φυλακής δεν επιτυγχάνεται στον βαθμό που η ίδια η σωφρονιστική πολιτική θα επιθυμούσε(;). Για τον Foucault το θέμα είναι απλά η ίδια η πολιτική του συστήματος που οδηγεί στην συνεχή αναπαραγωγή νέων εγκληματιών και στην «εκπαίδευση» των ήδη υπαρχόντων σε νέες μεθόδους. Για τους ποινικολόγους είναι μια ελλιπής αντιμετώπιση των πραγμάτων από την πλευρά της Πολιτείας σε συνδυασμό με μια ριζική αναδιάρθρωση ολόκληρου του σωφρονιστικού συστήματος στη βάση μεθόδων που δεν αγνοούν την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό της ανθρώπινης ύπαρξης. Για την Πολιτεία το θέμα είναι καθαρά και πάνω απ’ όλα οικονομικό. Ως συμπλήρωμα όλων των παραπάνω θα αναφερθούμε σε μια έρευνα που διεξήχθη στην Ελλάδα από το 1993 έως το 1999 και κατέγραψε την παραπέρα πορεία νεαρών που βρέθηκαν κρατούμενοι το 1993 στα σωφρονιστικά καταστημάτων ανηλίκων του Κορυδαλλού και της Κασσαβέτειαςa. Από την έρευνα αυτή καταγράφεται η «αέναη επιστροφή στην φυλακή» των νεαρών κρατουμένων μετά την αποφυλάκισή τους, και η «βελτίωση της τεχνικής τους στην παρανομία» κατά την διάρκεια του εγκλεισμού τους. Ειδικότερα από τους 156 νεαρούς που είχαν συμμετάσχει στην έρευνα το 1993, εντοπίστηκαν το 1999 οι 103 εκ των οποίων 50 εντός Φυλακής και 53 εκτός. Το κύριο χαρακτηριστικό της έρευνας είναι το υψηλό ποσοστό υποτροπής των εγκλείστων του 1993 – ιδιαιτέρως για εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας – γεγονός που καταδεικνύει την αδυναμία επανένταξης τους στην κοινωνία και την επαγγελματική τους αξιοποίηση, σε συνδυασμό με την καταφυγή τους στο έγκλημα ως μοναδικού μέσου επιβίωσηςb. Όσοι κατάφεραν να μην ξανά επιστρέψουν στην Φυλακή το οφείλουν αποκλειστικά και μόνο στην εμπιστοσύνη των δικών τους ανθρώπων (συγγενείς, φίλοι, γείτονες). Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο ένας στους 103 έτυχε συνδρομής από κοινωνικό λειτουργό και μόλις το 15,2% από οργανωμένες δομές, όπως ο Ο.Α.Ε.Δ. Γενικά πάντως αυτό που καταγράφει κανείς είναι οι δύσκολές συνθήκες επανένταξης μετά την επιστροφή από το σωφρονιστικό κατάστημα και η βελτίωση τους στην παραβατική τεχνική όταν ήταν στο σωφρονιστήριο, το οποίο αποτέλεσε «μεταπτυχιακό στην παρανομία» όπως τιτλοφορείται και το σχετικό άρθρο στην εφημερίδα.

*

Σαν επιστέγασμα των νέων μορφών πειθαρχίας που καταδεικνύει ο Foucault ότι κάνουν τα τελευταία χρόνια την εμφάνισή τους έρχεται από την Αμερική η νεοσυντηρητική θεωρία της «μηδενικής ανοχής». Τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. επικράτησε η τάση μιας πιο αυστηρής αντιμετώπισης των εκτός – κοινωνίας, περιθωριακών, ατόμων με σκοπό την προστασία της «μικρής» κοινότητας. Η θεωρία των «σπασμένων παραθύρων», που εφαρμόστηκε από τον τέως δήμαρχο της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι (1993-2001), σε μια προσπάθειά του να περιορίσει τα ποσοστά εγκληματικότητας στην πόλη, η οποία κυριολεκτικά χαρακτηρίζονταν από τη μεγάλη της εγκληματικότητα, στράφηκε εξ’ αρχής απέναντι σε όλους αυτούς που ζούσαν στην πόλη χωρίς να είναι εγκαταστημένοι κάπου συγκεκριμένα (ζητιάνοι, μέθυσοι, αλήτες) και κυκλοφορούσαν στις γειτονιές της πόλης, προκαλώντας το κοινό αίσθημα ασφάλειας. Σκοπός της πρακτικής αυτής αντιμετώπισης ήταν να προληφθεί και να περιοριστεί η παραβατικότητα στις συνοικίες και να αποτραπεί η «μετάβασή» της από τα γκέτο του Μπρονξ και του Χάρλεμ στις «λευκές» συνοικίες των αστών. Σαν μια κοινωνία – δράσης η πόλη της Νέας Υόρκης απομάκρυνε από πάρκα, πλατείες, δρόμους, σοκάκια, οποιονδήποτε διαβιούσε σε αυτά και προσπάθησε να μην αφήσει την «αταξία» να επικρατήσει στην καθημερινή κοινωνική πρακτική, για λόγους που ποικίλλανε, από την προστασία των ασθενών ηλικιακά ομάδων, ως και για καθαρά τουριστικούς και οικονομικούς λόγους και κυρίως την αναβάθμιση της υποβαθμισμένης ιδιοκτησίας. Χωρίς καμία νομοθετική ή άλλη δικαιϊκή πρόβλεψη η αστυνομία, μάζευε από τα πεζοδρόμια όσους δεν ταυτίζονταν με την εικόνα του μέσου ευυπόληπτου πολίτη. Το ποιος καθόριζε την τελευταία και πως καθορίζεται αυτή παρέμεινε ένα ερώτημα χωρίς καθορισμένη απάντηση καθώς άλλη εικόνα έχει ένας λευκός αγγλοσάξονας αστός (WASP) και άλλη ένας μαύρος αστός ή ένας ισπανόφωνος εργάτης. Από την δεκαετία του 70 εξάλλου η αλλαγή της οικονομικής πολιτικής οδήγησε την ακμάζουσα αστική τάξη των λευκών – αγγλοσαξόνων κατοίκων των πόλεων στις περιφέρειες, όπου οι μαύροι πολίτες, αδυνατούσαν να εγκατασταθούν λόγω υψηλών ενοικίων και μιας καθόλου αδιόρατης εχθρότητας. Η δημιουργία λοιπόν των «γκέτο» μέσα στην Ν. Υ., που ήταν αποτέλεσμα της λευκής αυτής μετανάστευσης και της κρατικής αδιαφορίας, οδήγησαν με μαθηματικό ρυθμό σε ολοένα αυξανόμενη ανεργία και εγκληματικότητα που παράγονταν εξαιτίας αυτής, και εν τέλει σε μια αύξηση του πληθυσμού των εξαθλιωμένων που κυκλοφορούσαν μέσα στην πόλη, ως αλήτες, ζητιάνοι, περιθωριακοί, μέθυσοι. Η μη ανοχή απέναντι σε αυτή την αντιαισθητική και απειλητική για την τάξη, εικόνα όσον αφορά την κοινωνία που επιθυμούσαν να έχουν οι κάτοικοι της πόλης, οδήγησε στην απομάκρυνσή τους και την επανατοποθέτησή τους στα γκέτο από όπου προέρχονταν. Η νέα αυτή διαχειριστική θεωρία με την προληπτική της διάσταση και με μηχανισμούς πειθαρχικής καταστολής, και χωρίς την ανάγκη της Φυλακής, αν και κατηγορήθηκε για αυτές τις μηχανιστικές αντιλήψεις τιμωρίας, περιόρισε την λεγόμενη «μικρή» εγκληματικότητα, και απάλλαξε την πόλη από τους δημιουργούς της κοινωνικής «αταξίας».

*

Επανερχόμενοι, πάλι στην τελευταία σελίδα του βιβλίου του Foucault, και αναζητώντας ένα ποινικό δίκαιο προσαρμοσμένο στην κοινωνική εξέλιξη και προσαρμοστικό στα σύγχρονά προβλήματα, συναντάμε την αποστροφή του συγγραφέα για όλους του μηχανισμούς κάθειρξης που όλοι τείνουν, όπως και η Φυλακή, να ασκούν μια εξουσία ομαλοποίησης. Για τον Foucault το όλο πρόβλημα δεν είναι η χρήση των μηχανισμών αυτών στην αντιμετώπιση της παραβατικότητας του Νόμου, αλλά η αξιοποίησή τους σχετικά με την προστασία των συστημάτων παραγωγής και ενάντια σε μια παραβατικότητα που βάζει σε κίνδυνο την σημερινή μορφή της κοινωνίας. Στην ουσία αυτό που θέλει να δείξει είναι ότι ακόμη και οι καλύτερες των προθέσεων, όλες οι προοδευτικές, μεταρρυθμιστικές, ριζοσπαστικές, ανθρωπιστικές προσπάθειες αναδιάρθρωσης του σωφρονιστικού συστήματος θα προσκρούουν πάντα επάνω στο σύστημα σκέψης που περιγράφει τόσο πειστικά στο έργο του, και το οποίο υπηρετεί και στηρίζει τα εν γένει κυριαρχικά συμφέροντα. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι η συνεχής και ατελεύτητη αναδιάρθρωση του σωφρονιστικού συστήματος. Από κάποιες πλευρές ακούγεται η άποψη ότι πήγαμε μακριά στην εκσυγχρονιστική προσπάθεια του μηχανισμού. Διατυπώνονται προτάσεις για ένα σωφρονιστικό σύστημα που θα σέβεται τον άνθρωπο και θα ανέχεται την «διαφορά». Ο Foucault το θέτει πιο απλά : «Νομίζω ότι μέσα σε μια κοινωνία, όπως η δική μας, το ποινικό δίκαιο συμμετέχει στο κοινωνικό παιχνίδι … αυτό θα πει ότι τα άτομα τα οποία είναι κομμάτι αυτής της κοινωνίας, αναγνωρίζονται σαν αντικείμενα δικαίου και σαν τέτοια μπορούν να τιμωρηθούν, αν παραβούν το νόμο. Αλλά είναι καθήκον της κοινωνίας να φροντίσει ώστε τα συγκεκριμένα άτομα να αναγνωριστούν ως αντικείμενα δικαίου. Κάτι που είναι δύσκολο μιας και το ποινικό δίκαιο είναι απαρχαιωμένο, αυθαίρετο και δεν δίνει απαντήσεις στα προβλήματα που τίθενται στην κοινωνία»a. Έχουμε επομένως πράγματι ανάγκη από αυτούς τους μηχανισμούς πειθαρχίας και επιτήρησης, εξιλέωσης και εξιλασμού, που διατηρούν ακέραιοι την λειτουργική τους δυναμική εδώ και 2 αιώνες περίπου; Έχουν γίνει σοβαρές μεταρρυθμιστικές προσπάθειες για έναν πιο ανθρώπινο προσανατολισμό του ποινικού συστήματος. Συνειδητοποιεί όμως κανείς πως πολλά πρέπει ακόμη να αλλάξουν και μάλιστα με μια διαφορετική προσέγγιση. Ο Foucault με το έργο του προσπαθεί να φέρει στο φως μια εικόνα του συστήματος, τόσο σχετικά με τις αντιφάσεις του όσο και με τους στόχους, αποκαλύπτοντας τους κανόνες του παιχνιδιού. Απομυθοποιεί τη σκοπιμότητα του Κοινωνικού Συμβολαίου, παρουσιάζει τις ψυχοσωματικές επεμβάσεις της σωφρονιστικής πολιτικής του, αποκαλύπτει την αδιάφορη στάση και την αμέτοχη θέση των Δικαστών μέσα σε αυτό το σύστημα, υπογραμμίζει τις αδιαίρετες σχέσεις της γνώσης και της Επιστήμης με την εξουσία αυτή καθαυτή και παρακινεί τον αναγνώστη να σκεφτεί πώς το σωφρονιστικό σύστημα είναι λιγότερο στα χέρια των νομικών και περισσότερο υπό την εξουσία ενός ιατρικό - διοικητικού μηχανισμού, αφοσιωμένου στο όραμα της κανονικότητας (Normalite)b.
Για τον Foucault ο προβληματισμός πρέπει να παραμείνει ανοιχτός.






ΕΠΙΛΟΓΟΣ
a Max Weber Η Προτεσταντική Ηθική και το πνεύμα του Καθολικισμού, εκδόσεις Gutenberg 1978
a «Απορρίπτονται για λόγους αρχής οι ποινές του θανάτου, της ατιμώσεως, και της γενικής δήμευσης, καθώς και τα βασανιστήρια…» Νέστωρ Κουράκης, Ποινική Καταστολή, εκδόσεις Α.Ν.Σάκκουλα 1997 σελ. 119 επ.
b Νέστωρ Κουράκης Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ. 424.
a J.G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002 σελ. 251 επ.
b Τι είναι Διαφωτισμός Μισέλ Φουκώ, Εκδόσεις ΕΡΑΣΜΟΣ 1988 σελ. 43
g ο Oswald Spengler στο βιβλίο του Η παρακμή της Δύσης – το οποίο και κυκλοφόρησε πρόσφατα – διαπραγματεύεται την «κυκλική» κατάληξη του δυτικού πολιτισμού, που είχε ήδη ξεκινήσει στις μέρες του.
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Γ, σελ. 34
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 43

a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Γ, σελ. 37
a J.G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002 σελ. 173-174
a Η Φυλακή ως ετεροτοπία, Βασίλη Γκανιάτσα, Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα 40-41/1990 σελ. 59-62
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ 409
b Απόρροια αυτής της προσπάθειας είναι το βιβλίο του Ο Μεγάλος Εγκλεισμός στο οποίο αναφερθήκαμε συχνά εδώ, και στο οποίο συγκέντρωσε άρθρα, επιστολές και συνεντεύξεις από εκείνη την προσπάθεια.
g Όπως την αναλύει στο έργο του Αρχαιολογία της Γνώσης, στα Ελληνικά από τις Εκδόσεις Εξάντας 1987
d Δες και Νέστωρ Κουράκης Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ. 418
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Δ, σελ. 55
a Σωφρονιστική Νομοθεσία, Καλλιόπη Σπινέλλη – Νέστωρ Κουράκης, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Εισαγωγή σελ. 30 επ.
a π.χ. η στάση της ποινικής δικαιοσύνης έως και τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα απέναντι στους χρήστες ναρκωτικών, που κατά τον καθηγητή Νέστωρ Κουράκη αποτελούν σήμερα το 50% των τροφίμων των Φυλακών ανεβάζοντας το ποσοστό του πληθυσμού τους και οδηγώντας σε λανθασμένες πολιτικές αποσυμφόρησης (συνέντευξη στον Ραδιοσταθμό FLASH Νοέμβριος 2004), και που αντιμετωπίζονταν ως εγκληματίες, καθώς και η εν γένει κοινωνική και πολιτική στάση απέναντι στο πρόβλημα της κατοχής και χρήσης των ελαφρών ναρκωτικών.
a Έρευνα του Εργαστηρίου Ποινικών και Εγκληματολογικών Επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με επιστημονικό υπεύθυνο τον καθηγητή Νέστορα Κουράκη και συντονίστρια την εγκληματολόγο Φωτεινή Μηλιώνη, δημοσιευθείσα στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία στις 2/12/2004.
b Στη σελ. 352-353 της Επιτήρηση και Τιμωρία-Η γέννηση της Φυλακής, ο Μ.F. καταγράφει από την Gazette des Tribunaux στις 3-12-1849(!) την αγόρευση του πρώην καταδίκου εργάτη που συνελήφθη και πάλι για κλοπή και επεξηγεί πως κατέληξε πάλι στο εδώλιο του κατηγορουμένου λόγω της άρνησης της αστυνομίας να του επιτρέψει να βρει αλλού δουλειά και πως λόγω της πείνας, της κακουχίας και της επιτήρησης, αποφάσισαν με το σύντροφό του ότι: «έπρεπε να ζήσουμε και μόνη λύση ήταν να ξαναρχίσουμε τις κλοπές»!!!
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Γ, σελ. 44
b Μ. Παρούση , O M. Foucault και η γενεαλογία του σωφρονισμού, στον τόμο Είδη Κυρώσεων και Δικαιϊκοί Κλάδοι [επιμ. Ι. Στράγγας] Α. Ν. Σάκκουλας 1991 σελ. 257

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ V - Η ΦΥΛΑΚΗ

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του ο Foucault πραγματεύεται την γέννηση της Φυλακής με την μορφή που έχει έως και σήμερα, βασιζόμενος στα στοιχεία που έχει παρουσιάσει στα προηγούμενα κεφάλαια. Την κατάργηση των βασανιστηρίων, την αλλαγή στην φιλοσοφία της ποινής μέσα από το πνευματικό κίνημα του Διαφωτισμού, την διάκριση των οικονομικών και πολιτικών μεγεθών της νεόκοπης αστικής τάξης και του απλού λαού, την εφαρμογή των νέων ποινικών και σωφρονιστικών θεωρημάτων στα πλαίσια της τιμωρητικής πολιτικής του κοινωνικού συνόλου έναντι των εγκληματιών, την αναγέννηση, μέσω κανονιστικών συστημάτων, των πειθαρχικών μηχανισμών και την αξιοποίηση παλαιών για νέους σκοπούς, την συμπόρευση των εξουσιαστικών μηχανισμών με τις γνωστικές επιστήμες και την πρόσδεση των τελευταίων στο άρμα της πειθαρχικής πολιτικής με κέρδος την εξέλιξη και διαμόρφωση των βασικών θεμελιακών τους δομών, την επικράτηση τέλος των εν γένει πειθαρχικών δομών μέσα στο ίδιο το κοινωνικό σύνολο, σε μια προσπάθεια επιτήρησης αυτού και αναδιάταξης των ρόλων που έχουν οι θεσμοί μέσα σ’ αυτό. Η κατάληψη των νομικών και δικαστικών θεσμών από τους πειθαρχικούς μηχανισμούς και η εξουσία του κολασμού που αναγνωρίζεται ως γενικό δικαίωμα στην κοινωνία μέσω των ποινικών νόμων, αυτές είναι οι γενεσιουργές συνθήκες της Φυλακής.
Και εδώ ο συγγραφέας θέτει το κρίσιμο ερώτημα. Μας καλεί να σταθούμε απέναντι στην επικράτηση της Φυλακής, ως ποινή στερητική της ελευθερίας και να αναρωτηθούμε μετά από όλο αυτό το «ταξίδι» μέσα στην ιστορία των θεσμών και των μηχανισμών εξουσίας, πώς αφού είναι γνωστά και επισημασμένα τα μειονεκτήματά της, εντούτοις παραμένει αναντικατάστατη; Μήπως θα ήταν πιο σωστό να αναστρέψει κανείς το ερώτημα και να αναλογιστεί σε ποιο ακριβώς διακύβευμα έχει επιτύχει η Φυλακή;
Η Φυλακή στερεί από τον κατάδικο, σαν αντάλλαγμα απέναντι στην κοινωνία, το «Χρόνο» της ποινής του. Αυτή η λογική σε συνδυασμό με το «ανθρωπιστικό» σύστημα αναμόρφωσης των καταδικασμένων ψυχών, που διατείνεται ότι επιδιώκει, αυτό «… το διπλό έρεισμα – νομικό – οικονομικό από τη μια μεριά και τεχνικό – πειθαρχικό από την άλλη, εμφανίζει την Φυλακή ως την πιο πολιτισμένη και πιο άμεση από όλες τις ποινές.a» Και συνεχίζει τονίζοντας την μεταρρυθμιστική προσπάθεια που άρχισε για την Φυλακή από την στιγμή ακριβώς της γέννησής της. Είναι πράγματι αξιοσημείωτο πως οι συζητήσεις, θέσεις και ενέργειες των μεταρρυθμιστών για την βελτίωσή της εμφανίζονται την ίδια ακριβώς στιγμή με την επικράτησή της στην ποινική δικαιοσύνη στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα. Η μέχρι τότε πορεία της δεν είχε καμία σχέση με την νέα της λειτουργία, ούτε έδειχνε την εντελώς διαφορετική δομή που θα παρουσίαζε στον 19ο και 20ο αιώνα. Τα διάφορα σωφρονιστικά συστήματα που εμφανίστηκαν τότε αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.
Τόσο το πενσυλβανικό ή απομονωτικό σύστημα με κεντρική ιδέα την απομόνωση του καταδίκου και την εσωτερική του συντριβή και μεταμέλεια μέσω της θρησκείας, όσο και το Ωβούρνειο ή μεικτό με θεμελιούσα αρχή την σιωπή και την εργασία, καθώς και το προοδευτικό σύστημα, ένας πιο χαλαρός συνδυασμός των προαναφερομένων, με κίνητρο την βελτίωση της συμπεριφοράς του κρατουμένου, καταδεικνύουν την προσπάθεια ανεύρεσης ενός όσο το δυνατόν πιο ανθρωπιστικού μεν, αλλά και συνάμα αποτελεσματικού συστήματος αναμόρφωσης των καταδίκων. Οι προσπάθειες των Maconochie, Crofton και Brockway για βελτίωση των συνθηκών κράτησης, ελαστικής πειθαρχίας και χρησιμοποίησης της αοριστίας της ποινής για την επίτευξη ουσιαστικότερων αποτελεσμάτων στην μεταμόρφωση των κρατουμένων, αποδεικνύουν την διάθεση των μεταρρυθμιστών να διορθώσουν τα «κακώς κείμενα» των φυλακών, ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων που συνήθως ήταν πενιχρά, προσωρινά και μεμονωμένα.
Και ο ίδιος ο Foucault περιγράφει τις έρευνες και τις προσπάθειες τους τόσο στην Ευρώπη και στην Αμερική όσο και στην μακρινή Αυστραλία, η αχανής έκταση της οποίας θεωρήθηκε ιδανικός τόπος εκτόπισης και φυλάκισης καταδίκων της τότε νεοσύστατης Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Μια θεσμική και πρακτική συζήτηση γύρω από την σωφρονιστική πολιτική άρχισε να ακμάζει από το 19ο αιώνα. Η ποινική εργασία, που όλα σχεδόν τα συστήματα αποδέχονταν ως απαραίτητη προϋπόθεση της ατομικής μεταμόρφωσης του καταδίκου, κινητήρια δύναμη και μέτρο της αναδιάρθρωσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς (κατά τα κελεύσματα της Προτεσταντικής Ηθικής περί καταπολέμησης της οκνηρίας), η διάρκεια της ποινής ως κίνητρο του καταδίκου και ανταμοιβή του για την βελτίωση της διαγωγής του, ως χρόνου – σκοπού, οδήγησε την ίδια την έκτιση της ποινής σε μια μορφολογία με διαιρετά τμήματα δοκιμασίας, τιμωρίας και ανταμοιβής, σε διαιρετές φάσεις : περίοδος εκφοβισμού, περίοδος εργασίας, περίοδος ηθικής διδασκαλίας και περίοδος από κοινού εργασίας. Αυτή η πολιτική σωφρονισμού οδηγεί στην απεξάρτηση της έννοιας της τιμωρίας από την ποινή που επιβάλλει το Δικαστήριο στον ένοχο. Μια νέα ποινική πρακτική, όπου η Φυλακή εμφανίζεται απέναντι στο Νόμο και τους εκπροσώπους του – δικαστές να διεκδικεί όχι μόνο μια αυτονομημένη εξουσία ελέγχου των κρατουμένων αλλά και ένα μέρος της κολαστικής εξουσίας. Η Φυλακή αποκτάει δική της «κρίση» όσον αφορά τον κατάδικο, «κρίση» παράλληλα με αυτή του δικαστή, «κρίση» την οποία εφαρμόζει στην προσπάθειά της να τον «ομαλοποιήσει».
Στην προσπάθεια να μεταβάλει η Φυλακή τον κατάδικο και να τον «επαναπρογραμματίσει», εκτός των άλλων μεθόδων επιτήρησης, επιβράβευσης, και πειθαρχίας που την καθιστούν σταδιακά έναν αυτόνομο θεσμό μέσα στην ποινική πρακτική, ακολουθεί και μια λογική συνεχούς αποκομιδής γνώσης από τον κατάδικο, γνώσης που θα της επιτρέψουν να μεταβάλει τα ποινικά μέτρα σε σωφρονιστική επιχείρησηa. Από την δικαστική απόφαση που δεν αξιώνει μια τέτοια γνώση για τον καταδικασμένο, περνάμε στην Φυλακή και την πειθαρχική της τεχνολογία που επιδιώκει να αποκτήσει γι’ αυτόν μια όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένη πληροφόρηση. Και εδώ ο Foucault περιγράφει μια νέα μορφή καταδίκου στα ποινικά χρονικά, ένα πρωτότυπο είδος, δημιούργημα της γνώσης των παραμέτρων της ζωής του, της σχέσης του με την κολάσιμη πράξη, το κοινωνικό σύνολο, την προσωπικότητά του την ίδια. Αυτή η νέα ενδιαφέρουσα, επιστημονικά και ποινικά, μορφή καταδίκου είναι ο εγκληματίας.
«HOMO CRIMINALIS» Μια κατασκευή της ίδιας της Φυλακής, που κατά την άποψη του Foucault, και όχι άδικα, δημιουργείται από την ίδια τη Φυλακή και επιστρέφει πάντα εκεί. Ένα δημιούργημα της πειθαρχικής της εξουσίας και των επιστημονικών γνώσεων. « Με την δημιουργία του homo criminalis, η ποινική διαδικασία από την προκαταρκτική της έρευνα και ανάκριση μέχρι την επιβολή της ποινής διαπερνιέται από τα μέσα και τις μεθόδους της πειθαρχικής εξουσίας σε τέτοιο βαθμό, ώστε ξεφεύγει πλέον από τα όρια της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης και ασχολείται με την διάγνωση του φυσιολογικού του κατηγορουμένου και την παροχή αναγκαστικής θεραπείας b». Η Φυλακή παίρνει από το Δικαστήριο έναν κατάδικο, έναν παραβάτη της κοινωνίας του Συμβολαίου, έναν «παραστρατημένο» άτομο και μέσα από την μελέτη των ψυχολογικών του παραστάσεων, τις ιδιαιτερότητες της προσωπικής του ζωής, των κοινωνικών και προσωπικών του σχέσεων, των εν γένει αιτίων της παράβασής του, τον καθιστά ένα αντικείμενο παρατήρησης, καταγραφής, κατανομής, προσδιορισμού και εν τέλει ένα αντικείμενο θεραπείας. Πάνω σε αυτή τη λογική δίνεται από την Ιταλική Θετική Σχολή μια στροφή στην πραγματιστική και δυναμική θεώρηση των «δεδομένων», όπου ο εγκληματίας «αναζητείται» και μελετάται με ανθρωπολογικά δεδομένα (με βάση εκείνη την εποχή – μέσα του 19ου - και την άνθηση των ανθρωπολογικών επιστημών και της εξελικτικής θεωρίας του Δαρβίνου), με ψυχολογικά, ηθικά ή αισθητικά κριτήρια, στατιστικές, σταθμίσεις, πειράματα και σωματικές διαφοροποιήσεις.
Πλέον, υποστηρίζει ο Foucault, σημασία δεν έχει η πράξη αυτή καθεαυτή, αλλά ο εγκληματίας σαν προσωπικότητα και σαν ψυχή. Κατασκευάζονται νομικά μέτρα για ελαφρυντικές περιπτώσεις εγκληματιών και πρωτοεμφανίζονται αυτόν τον αιώνα (μέσα 19ου αρχές 20ου) τα μέτρα ασφαλείας, σε μια προσπάθεια να διαχωριστούν οι εγκληματίες με βάση ένστικτα, αδυναμίες, προσαρμοστικότητα ή όχι, κοινωνικές, οικογενειακές, φιλικές, επαγγελματικές επιδράσεις και συνέπειες αυτών, κληρονομικές τάσεις, μαθησιακές δυσκολίες, πνευματικές ιδιοφυΐες και σύνδρομα στέρησης, σεξουαλικές ιδιοτροπίες και ιδιαιτερότητες. Μια τεράστια γκάμα ψυχολογικών και κοινωνιολογικών δεδομένων περικλείουν τον εγκληματία και τον εντάσσουν σε κατηγορίες και μορφές με σκοπό την κατασταλτική «ομαλοποίησή» του.
Μέσα σε αυτό το σύστημα της ανακύκλωσης των δεδομένων που σε κάθε ξεχωριστή εγκληματική πράξη επιβεβαιώνονται στην προσωπικότητα του ενόχου, ο δικαστής όχι μόνο αρνείται να αντιληφθεί την εγκατάλειψη από μέρους του της μοναδικότητάς του, ως κριτή και εφαρμοστή του Δικαίου απέναντι στον κατηγορούμενο, αλλά αποδέχεται πλήρως τα συμπεράσματα αυτά, καθιστώντας τα απαραίτητο συνοδοιπόρο του στην προσπάθεια αναζήτησης της «αλήθειας». Μιας αλήθειας που προέρχεται πλέον από μια δικαιοσύνη διαποτισμένη από πειθαρχία και εξεταστικές διαδικασίες. «…Η Φυλακή, κατασκευάζοντας την εγκληματικότητα, προσέφερε στην Δικαιοσύνη ένα ενιαίο πεδίο από αντικείμενα, επικυρωμένο από τις «επιστήμες» και με αυτό τον τρόπο της επέτρεψε να λειτουργεί σε μια γενικότερη σφαίρα «αλήθειας» a.
Ο παραλληλισμός μεταξύ των μεσαιωνικών βασανιστηρίων που αντικαταστάθηκαν από την τιμωρητική πρακτική και μεταξύ της αλυσίδας των καταδικασμένων που ως και την Ιουλιανή Μοναρχία επιδεικνύονταν στον λαό, σαν περιοδεύων θίασος, αναβιώνοντας την «θεατρική παράσταση» των βασανιστηρίων, που αντικαταστάθηκε από την πανοπτική άμαξα, χαρακτηρίζει κατά τον Foucault την διαδικασία που συντελέστηκε στην ποινική δικαιοσύνη μέσα στα χρόνια από το έτος δημοσίευσης του Dei delitti e delle pene [Περί εγκλημάτων και ποινών] του Cesare Beccaria το 1765, έως την 22α Ιανουαρίου 1840, ημερομηνία όπου έγιναν τα εγκαίνια του Mettray, όπου όπως αναφέρει επί λέξει και ο Foucault «…είναι η πειθαρχική μορφή στην πιο έντονη κατάστασή της, το πρότυπο που συγκεντρώνει όλες τις καταναγκαστικές τεχνολογίες της συμπεριφοράς, υπάρχει εδώ κάτι από το μοναστήρι, από τη φυλακή, από το κολέγιο από τον στρατό……b», κατά την οποία διαδικασία τη θέση των βασανιστηρίων πήρε μια μορφή μαζικού εγκλεισμού των καταδίκων, με βάση πειθαρχικές πρακτικές και μηχανισμούς που εμφανίστηκαν και τελειοποιήθηκαν σε αυτά τα χρόνια. Και το ερώτημα της αποτυχίας της Φυλακής επανέρχεται για να μας απασχολήσει ακόμη και σήμερα όπως ακριβώς και τότε που δημιουργήθηκε. Και τότε λοιπόν τίθεντο τα ίδια ερωτήματα και εξάγονταν τα ίδια συμπεράσματα. Η Φυλακή δεν μείωσε το μέγεθος της εγκληματικότητας, παρ’ όλες τις αναμορφωτικές και θεραπευτικές προσπάθειες. Από την άλλη μεριά προκάλεσε μια υποτροπή των καταδικασμένων, σε σημείο να εξέρχονται των φυλακών και με μαθηματική ακρίβεια να επιστρέφουν σε αυτές και μάλιστα με κατηγορίες για βαρύτερα αδικήματα. Συγχρόνως, με τις πειθαρχικές μεθόδους που χρησιμοποιεί, την απάνθρωπη διαβίωση που παρέχει, την απομόνωση, την καταναγκαστική βία που επιβάλλει απέναντι σε κάθε μικρό ή μεγάλο παράπτωμα, την γενική διαφθορά και ανικανότητα των ανθρωποφυλάκων, η Φυλακή καταδικάζει τους εγκλείστους σε μια μονόδρομη πορεία, χωρίς επιστροφή, δημιουργώντας η ίδια αυτό που της έχει ανατεθεί να αναμορφώσει. Εγκληματίες. Η ίδια διαμορφώνει και συντηρεί μια πρωτότυπη κοινωνική ομάδα, των εγκληματιών, που η από κοινού διαβίωσή τους μέσα στα στενά κελιά της τους δημιουργεί αισθήματα αλληλεγγύης, μορφές ιεραρχικής οργάνωσης, αναλόγως και της βαρύτητας των εγκλημάτων, δυνατότητες συνεργασίας και μελλοντικής συνενοχής με απώτερο σκοπό την κοινή πρακτική και επιτυχία. Επιτηρώντας τους η εξουσία στην συνέχεια της απόλυσής τους από την Φυλακή, αστυνομεύοντας και ελέγχοντας την καθημερινότητά τους από την πρώτη στιγμή, απαγορεύοντάς τους έτσι την δυνατότητα επανένταξης τόσο κοινωνικά όσο και εργασιακά, τους οδηγεί πάλι εκεί από όπου έφυγαν. Η πλήρη αποκοπή τους από το οικογενειακό τους περιβάλλον και η αποστέρηση της οικογένειάς τους από ένα ζωτικό παράγοντα διαβίωσής της, ειδικά αν ο καταδικασμένος είναι πατέρας ή και γιος, τις αναγκάζει να καταφύγουν σε «εύκολες» λύσεις βιοπορισμού, ακόμα και στην ίδια την παρανομία, δηλαδή εμμέσως παράγει νέα μέλη, νέους εγκληματίες.
Η κριτική της Φυλακής για όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της συνεχίζεται από τότε που δημιουργήθηκε έως και τις μέρες μας. Η μη αποτελεσματικότητά της στα πλαίσια του σωφρονισμού, και η αδυναμία της να επιβάλλει πιο αυστηρή τιμωρητική απέναντι στο συνεχώς εναλλασσόμενο και ανατροφοδοτούμενο εγκληματικό ρεύμα οδήγησαν πολλούς θεωρητικούς της σωφρονιστικής θεωρίας να την επικρίνουν, με αφετηρία όμως πάντα αυτό το τελευταίο ως δεδομένο, και αφήνοντας την ίδια την ιδεολογία της Φυλακής στο απυρόβλητο. Οι αρχές της «σωστής σωφρονιστικής πολιτικής» έχουν διεθνή ταυτότητα και παραμένουν αναλλοίωτες τα τελευταία 150 χρόνια. Ο Foucault, ασκώντας έντονη κριτική στις θεωρίες αυτές που όπως λέει ευαγγελίζονται την αλλαγή του ποινικού συστήματος χωρίς να λαβαίνουν υπ’ όψη τους «το σύστημα σκέψης πάνω στο οποίο βασίζονται όλοι αυτοί οι μηχανισμοί εδώ και ενάμισι αιώνα» θα τις αποκαλέσει σκωπτικά «εγκληματολογικές πολυλογίες»a. Μπορεί να ανασκευάζει τον όρο αργότερα, παραμένει ωστόσο συνεπής στο όλο σκεπτικό του, του άτοπου των ερωτημάτων και αναλύσεων των θεωρητικών όσον αφορά την Φυλακή καθώς και το ατέρμονο των αλλαγών στην επικρατούσα σωφρονιστική πολιτική, τη στιγμή που απ’ όλους ξεφεύγει συστηματικά το όλο διακύβευμα, που είναι κατά τον ίδιο, και το οποίο αποκαλύπτει μέσα από την «Επιτήρηση και Τιμωρία», το κυρίαρχο σύστημα σκέψης της εξουσίας – ομαλοποίησης και της συγκρότησης γνώσης μέσω αυτής της διαδικασίας. Ένα σύστημα σκέψης που ασκεί εξουσία, επιβάλλει πειθαρχία, παράγει γνώση, σταθεροποιεί και αναπαραγάγει το έγκλημα μέσω των μηχανισμών του και κυρίως, και παρά την χρόνια αποτυχία του, επιβιώνει με μια αξιοθαύμαστη αντοχή στο χρόνο και στις επικρίσεις.b
«Μήπως λοιπόν η λεγόμενη αποτυχία της Φυλακής, οφείλεται στην ίδια τη λειτουργία της ; Μήπως θα έπρεπε να ενταχθεί στα φαινόμενα αυτά της εξουσίας που η πειθαρχία και η τεχνολογία, η συνδεδεμένη με τη φυλάκιση, παρεμβάλλουν στο δικαστικό μηχανισμό και στην κοινωνία ολόκληρη, και που μπορεί κανείς να τα συναθροίσει με την ονομασία «σύστημα Φυλάκισης»a ;



Η αποτυχία - επιτυχία της Φυλακής λοιπόν αντανακλάται στην παραγωγή της παραβατικότητας, και μάλιστα με την έννοια της διαπλοκής εξουσίας – γνώσης, σε αντιδιαστολή με την υποτιθέμενη λειτουργία της επανένταξης και σε συνδυασμό με την πρακτική ουσία της υπόθαλψης. Σκοπός τελικά της Φυλακής είναι ο «διαχωρισμός», η «κατανομή» και η «χρησιμοποίηση» της παραβατικότητας αυτής, επιδιώκοντας να εντάξει την παράβαση των νόμων σε μια γενική τακτική καθυπόταξης. Και απώτερη επιδίωξη είναι ο διαχωρισμός των παρανομιών, και η διάκριση των ανομιών σε ανεκτές και απορριπτέες, ιδίως αυτές που ταυτίζονται στο ξημέρωμα του 19ου αιώνα με γενικότερες κοινωνικές συγκρούσεις.
Αν και σε όλο το έργο του ο Foucault πεισματικά αρνείται να κατατάξει ανοικτά την τιμωρητική και σωφρονιστική θεωρητική των μεταρρυθμιστών του Διαφωτισμού στην εκκίνηση μιας νέας τάξης, της αστικής, η οποία κυριολεκτικά θεμελιώνεται, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, εκείνη την εποχή, σε αυτό το σημείοb κάνει μια σαφή αναφορά στις Επαναστατικές συγκρούσεις των χρόνων 1780 έως 1848. Αν και οι επαναστατικές εκκινήσεις μεταξύ των δύο χρονολογικών περιόδων είναι διαφορετικής κοινωνικής και ταξικής προέλευσης, παρόλα αυτά προβαίνει σε ένα άλμα σχετικά ανεδαφικό καθώς τα αστικά κινήματα του 18ου αιώνα απέχουν παρασάγγες από τα πρώιμα κομμουνιστικά κινήματα της περιόδου 1840-1848. Είναι οι νικητές του 18ου αιώνα που αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές συγκρούσεις των μέσων του 19ου απέναντι στη μάζα των λαϊκών εργατικών τάξεων που αντιδρούν στην οικονομική αλλαγή που έχει επιβάλλει η αστική τάξη. Αυτή η νέα κοινωνική τάξη, σχεδόν ασυνείδητη ακόμα του ιστορικού ρόλου που θα κληθεί να παίξει στα αμέσως επόμενα χρόνια, είναι η κοινωνική μάζα απέναντι στην οποία η Φυλακή καλείται εντέλει να ασκήσει την μεταμορφωτική της ικανότητα, με την μετατροπή από την εξουσία της λαϊκής αντίδρασης σε λαϊκή παρανομία.
Η νέα οικονομία δημιούργημα της αστικής τάξης αντιμετωπίζει τις φτωχότερες μάζες ως εν γένει εργατικό δυναμικό. Δυναμικό όμως χωρίς ταξική ή κοινωνική συνείδηση που καθοδηγείται με σταθερά βήματα σε κοινωνική ηθικοποίηση, καταμερισμό της παροχής της εργατικής του δύναμης, αποδοχή της νομιμότητας απέναντι στην νέα αρχή, υπακοή στους νεότευκτους κανόνες και αξίες που έχουν επικρατήσει. Εντέλει βασικό διακύβευμα είναι η υπεράσπιση των νέων θεσμών και νόμων, η παραβίαση των οποίων, σε αντίθεση με την παραδοσιακή ανοχή από το μοναρχικό καθεστώς, τώρα επισύρει την καταδίκη και τον εγκλεισμό του ενόχου στην Φυλακή. Αυτοί που επέβαλλαν τα νέα θεσμικά μέσα τόσο στην οικονομία όσο και στην πολιτική, καθορίζουν ως παράνομες, ενέργειες και αντιδράσεις των λαϊκών τάξεων που θέτουν την νέα τάξη πραγμάτων σε κίνδυνο. Μιλάμε πια για μια επιλεκτική διάκριση των παραβάσεων, μεταξύ των παραδοσιακών εγκλημάτων και των νέων μορφών αντίδρασης απέναντι στην επικρατούσα οικονομική και πολιτική σκέψη. Όλα αυτά αποτελούν μια συστηματική που επιβάλλεται πάνω σε ανθρώπους, οι οποίοι ουδέποτε θα επέλεγαν την παρανομία στις αντιδράσεις τους, η πρακτική όμως ενοχοποιεί τις τελευταίες και τις τιμωρεί σκληρότερα και από τα κοινά εγκλήματα, οδηγώντας τους σταδιακά στην εγκληματικότητα. Μια εγκληματικότητα συνυφασμένη πλέον με την εργατική αντίδραση, για την αστική τάξη μια «εργατική αλητεία»!
Ίσως εδώ η ανάλυση του Foucault θέλει να αγγίξει το βαθύτερο χάσμα που αρχίζει να δημιουργείται εκείνη την περίοδο μεταξύ των οικονομικά αυτοτελών τάξεων και της κοινωνικά κατώτερης και οικονομικά εξαρτημένης λαϊκής μάζας. Και απώτερος σκοπός του είναι να στηρίξει πάνω σε αυτήν την γέννηση την πεποίθησή του ότι η Φυλακή έχει και πολιτική διάσταση στην τελική της μορφοποίηση. Το αν το πετυχαίνει ή όχι θα το αναλύσουμε παραπέρα. Για την ώρα αποδεχόμαστε την παρατήρηση που κάνει όσον αφορά την διάκριση σχετικά με την «στελέχωση» του εγκληματικού στοιχείου σχεδόν αποκλειστικά από την κατώτερη κοινωνικά τάξη σε αντιδιαστολή με την παλαιότερη θεωρητική της παθολογικής ή ανήθικης προέλευσης των εγκληματιών. Ιδιαίτερο γνώρισμα της κατώτερης τάξης ήταν η εγκληματική της ιδιοσυγκρασία. Και είναι πράγματι αξιομνημόνευτο πώς απέναντι σε αυτήν την αντίληψη τόσο διάφοροι ηθικολόγοι όσο και ομάδες «ενάρετων» κοινωνών, «κοπιάζουν για την διάσωση των ψυχών των παραστρατημένων αμνών!».



Η επιτυχία της Φυλακής καθορίζεται λοιπόν και με βάση τις κοινωνικές αντιθέσεις, στην περιθωριοποίηση των οποίων παίζει έναν σταθερό και καταλυτικό ρόλο. Εν τέλει η Φυλακή έθεσε τα δεδομένα της παραβατικότητας καλύτερα από όλους τους μέχρι τότε θεωρητικούς. Συνοψίζει σε μια λέξη όλες εκείνες τις μορφές παραβατικότητας που για τον ένα ή άλλο λόγο θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την κοινωνία του Συμβολαίου. Σχεδιάζει, απομονώνει και τονίζει μια μορφή παρανομίας, την εγκληματική, που συνοψίζει συμβολικά όλες τις άλλες, ενώ συγχρόνως συγκαλύπτει κάποιες άλλες που θέλουμε ή πρέπει να ανεχόμαστε. Η σχηματοποίηση αυτή διατηρεί την μορφή της παρανομίας που «εκπροσωπεί» η εγκληματικότητα, κλειστή και χωρισμένη ενώ συγχρόνως την κάνει χρήσιμη.
Η Φυλακή λοιπόν, υποστηρίζει ο Foucault, κατάφερε να κατασκευάσει την εγκληματικότητα, εξειδικευμένο τύπο, μορφή πολιτικά και οικονομικά λιγότερο επικίνδυνη, από την παρανομία, όσον αφορά την χρησιμότητά της. Χρησιμότητα που γίνεται εύκολα αντιληπτή στον «υποψιασμένο» Φουκοϊκό παρατηρητή αν παρατηρήσει την κατάλυση της δικαστικής αυθεντίας στην Δίκη από την δυνητική γνώση, που βασισμένη στην εγκληματολογική πρακτική, επικαλύπτει την δικαστική αυθεντία. Αυτή η συγκροτημένη, αναγνωρισμένη, αναλυμένη, στοιχειοθετημένη, μελετημένη και κατευθυνόμενη παραβατικότητα, που εκπροσωπεί η μορφή του εγκληματία, είναι μια ανομία ωφέλιμη για πλείστους λόγους. Συγκεκριμένα γιατί διευκολύνεται ο έλεγχος όλων αυτών των περιθωριακών που επιτηρούνται πλέον σε διαρκή βάση. Γιατί τους παρακολουθεί στενά και τους περιορίζει κοινωνικά και επαγγελματικά με στόχο την απομόνωσή τους και την ουσιαστική τους ταυτοποίηση. Γιατί χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που μπορεί να συλλέξει από αυτούς, με εκβιαστικούς και παράνομους τρόπους, καθιστώντας τους έρμαια της ίδιας τους της παρανομίας. Και κυρίως γιατί αποτέλεσε την αφορμή της δημιουργίας ενός ιδιαίτερου μηχανισμού αντιμετώπισής τους, της άστυ – νομίας, που εκείνη ακριβώς την εποχή κάνει την εμφάνισή της στις μεγάλες πόλεις με σκοπό την αντιμετώπιση των περιθωριακών συγκρούσεων, και των λαϊκών αντιδράσεων και κύριο στόχο την διαχείριση της καθορισμένης εγκληματικότητας. Μιλάμε πλέον για ομάδες ελέγχου και επιτήρησης των πόλεων, των πόλεων που πλημμυρίζουν από τους πρώην αγρότες, οι οποίοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής στα αστικά και βιομηχανικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης. Εν τέλει είναι ένας κύκλος που ξεκινά από την παρανομία, προχωρά στην σύλληψη και καταδίκη, εξελίσσεται σε εγκληματικότητα, σε απόλυση από την Φυλακή, και σε εκ νέου παρανομία.
Τα παραδείγματα του Vidocq και του Lacenaire αποτελούν κατά το συγγραφέα τα κύρια παραδείγματα μετατροπής της εγκληματικότητας σε εξουσία από τη μια και σε ακίνδυνη παραβατικότητα από την άλλη. Τυπικά και οι δύο είναι εγκληματίες. Ουσιαστικά όμως καθιστούν την εγκληματικότητα ένα ιδιαίτερο στοιχείο παρανομίας, από τη μια χρήσιμης σε πρακτική μορφή, από την άλλη ανίκανης για οτιδήποτε σοβαρά επικίνδυνο για την νέα κοινωνική τάξη. Στην ενότητα αυτή πάντως αναφέρεται ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι ακριβώς μπορεί να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση των απαράβατων δικαιωμάτων της απείθειας, της αλητείας, της αυτονομίας, της προσωπικής επιλογής και στάσης ζωής με την απολογητική εξέταση ενός δεκατριάχρονου ανήλικου. Ενός «εκτός νόμου» και κοινωνίας ατόμου, που η μόνη σχέση του με την παραβατικότητα βασίζεται στην λογική του Δικαστή, ότι πρέπει κανείς να κοιμάται σπίτι του ! Ουσιαστικά καμία ποινική διάταξη του νόμου δεν παραβιάζεται από την επιθυμία αυτού του παιδιού να ζήσει μια ζωή χωρίς αφέντες και κανόνες. Αλλά πάνω σε αυτό θα βασιστεί και η δικαστική απόφαση. Την παραβίαση των κανόνων με βάση την λογική της πειθαρχημένης κοινωνίας και της επιτήρησης, την αντίληψη ότι ο καθένας πρέπει να ανήκει κάπου σωματικά τε και ψυχικά, και όχι με την απλή παραβίαση της κωδικοποιημένης Νομοθεσίας. Αυτή η πραγματικά ευρηματική πηγή του Foucault, αποτελεί ένα ρεαλιστικά, ιστορικό ντοκουμέντο της πειθαρχικής κοινωνίας – κατ’ εμέ – την οποία η αστική τάξη αγωνίστηκε επίμονα και με σύστημα να επιβάλλει, μετά την επικράτησή της, και έρχεται σαν άμεση απάντηση στις «παιδικές» μυθιστορίες του Dickens (Όλιβερ Τουΐστ και Δαβίδ Κόπερφιλντ), όπου μέσα από αυτές παρουσιάζεται μια εργατική κοινωνία της εξαθλίωσης και της παρανομίας, στην οποία καταδυναστεύονται τα πρόσωπα των έργων, ως την στιγμή της κορύφωσης όπου ο συγγραφέας θα επαναφέρει την διασαλευθείσα τάξη της πειθαρχίας, οι εγκληματίες θα τιμωρηθούν από τον Νόμο (ή τη θεία Δίκη), ο ήρωας θα βρει μια νέα οικογενειακή εστία και οι υπόλοιποι αλήτες θα παραδοθούν στην κοινωνική «πρόνοια» των ιδρυμάτων, σε μια προσπάθεια να επανέρθουν στην «κανονική» ζωή. Στην ουσία παρουσιάζεται μια εφιαλτική εικόνα της καθημερινής τότε πρακτικής χιλιάδων ανθρώπων στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου της βιομηχανικής εποχής, σε αντιδιαστολή με την άνετη και πειθαρχημένη ζωή της μεσαίας αστικής τάξης. Η τελευταία αποτελεί τον «βιβλικό παράδεισο» όπου τοποθετεί τελικά ο συγγραφέας τους ήρωές του στο τέλος, και παράλληλα καταδικάζει τα αρνητικά πρότυπα στην ηθική τους τιμωρία. Η αλήτικη και ελεύθερη ζωή των παιδιών αυτών, ζωή που ζωγραφίζεται με τα μελανότερα χρώματα και στιγματίζεται η καθημερινή πρακτική της, αντιδιαστέλλεται με την κοινωνική και οικονομική άνεση των αστών. Εν τέλει στο έργο του Dickens οι συνομήλικοι ήρωες του Όλιβερ Τουίστ οδηγούνται στα αναμορφωτικά ιδρύματα, έχοντας διασωθεί από μια αθλιότητα για την οποία επίμονα ο συγγραφέας αρνείται να αναφέρει πως γεννιέται και στερεώνεται.
Επανερχόμενοι στην καταγραφή από τον Foucault της απολογίας του κατηγορούμενου 13χρονου Beasse, αξίζει και μόνο να αντιγράψει κανένας τον διάλογο ανάμεσα στον Δικαστή και στο παιδί ως επίγραμμα της πειθαρχικής θεωρίας, επιτηρητικής πρακτικής και εγκάθειρκτης κοινωνίας που ο 18ος αιώνας γέννησε και ο 19ος θέριεψε, ένα σύστημα σκέψης που κατά τον συγγραφέα ενστάλαξε την Φυλακή στην ποινική δικαιοσύνη έως τις μέρες μας.
- Πρόεδρος: Πρέπει κανείς να κοιμάται σπίτι του.
- Beasse : Και μήπως έχω σπίτι ;
- Πρόεδρος: Ώστε ζεις σαν αλήτης.
- Beasse : Εργάζομαι για να μπορέσω να ζήσω.
- Πρόεδρος: Τι δουλειά κάνεις ;
- Beasse : Τι δουλειά κάνω ; Μα κάνω δεκατρείς δουλειές μαζί. Πάντως δεν εργάζομαι για κανέναν ιδιαίτερα. Από κάμποσο καιρό δουλεύω μόνο για μένα. Άλλες δουλειές έχω τη μέρα και άλλες τη νύχτα. Τη μέρα, λόγου χάρη, μοιράζω δωρεάν φυλλάδια στους περαστικούς. Τρέχω πίσω από τα αμάξια που φέρνουν τα δέματα. Τα μεταφέρω στη Λεωφόρο Neilly. Την νύχτα έχω τα θέατρα. Ανοίγω τις πόρτες των αμαξιών, πουλάω δελτία εξόδου για το διάλειμμα. Είμαι πολύ απασχολημένος.
- Πρόεδρος: Καλύτερα θα ήταν για σένα να μπεις σε κάποιο ίδρυμα και να μάθεις τέχνη.
- Beasse : Ευχαριστώ πολύ! Τα ξέρω τα τέτοια ιδρύματα και τις μαθητείες. Είναι πολύ ανιαρά. Και άλλωστε, ο αφέντης πάντα γκρινιάζει και δεν έχεις καμία ελευθερία.
- Πρόεδρος: Δεν σε αποζητάει ο πατέρας σου ;
- Beasse : Δεν έχω πατέρα.
- Πρόεδρος: Και η μητέρα σου ;
- Beasse : Ούτε και μητέρα, ούτε συγγενείς, ούτε φίλους, είμαι ελεύθερος, ανεξάρτητος.
Ακούγοντας την καταδίκη του σε δυο χρόνια σωφρονιστήριο ο Beasse στραβομουτσούνιασε μα αμέσως ξαναβρήκε το κέφι του.
- Beasse : Στο κάτω-κάτω, δυο χρόνια είναι μονάχα 24 μήνες. Άντε πάμε.a



«Η γενικότητα της κολαστικής λειτουργίας την οποία ο 18ος αιώνας αναζητούσε στην «ιδεολογική» τεχνική των παραστάσεων και των σημάτων, στηρίζεται τώρα στην επέκταση, στην υλική, πολυσύνθετη, διασκορπισμένη αλλά συνεκτική, διάρθρωση των διαφόρων συστημάτων φυλάκισης.»b. Με αυτή τη παρατήρηση ο Foucault συνοψίζει την συλλογιστική αλλαγή που επήλθε σε διάστημα μερικών χρόνων από την έκδοση του Dei delitti e delle pene [Περί εγκλημάτων και ποινών] του Cesare Beccaria το 1765, έως την 22α Ιανουαρίου 1840, ημερομηνία όπου έγιναν τα εγκαίνια του Mettray που «…είναι η πειθαρχική μορφή στην πιο έντονη κατάστασή της, το πρότυπο που συγκεντρώνει όλες τις καταναγκαστικές τεχνολογίες της συμπεριφοράς, υπάρχει εδώ κάτι από το μοναστήρι, από τη φυλακή, από το κολέγιο από τον στρατό…a» Έτσι και η πιο μικρή παράβαση και η πιο μικρή προσβολή του κοινωνικού συμφέροντος θεωρείται εκτροπή και ανωμαλία! Για την αντιμετώπιση και των πιο μηδαμινών μορφών απόκλισης και διαφοροποίησης από το «κανονικό», δημιουργείται μια ακολουθία ιδρυμάτων, με μια αόρατη και συνεχή κλιμάκωση και διαβάθμιση, από ίδρυμα σε ίδρυμα, τα οποία σαν παράλληλες ενότητες περνά ο «αποκλίνων» άνθρωπος, αναζητώντας, άθελά του, την επανένταξή του ή πιο σωστά τον επαναπρογραμματισμό του. Από το άσυλο στο αναμορφωτήριο, από τα ιδρύματα κοινωνικής πρόνοιας στα ορφανοτροφεία, από τα σωφρονιστικά καταστήματα στην Φυλακή, από το σχολείο στην πειθαρχημένη κοινωνία και από κει στο εργοστάσιο, στην εργατική συνοικία, στο νοσοκομείο. Μια συνεχής πορεία που δεν σταματά παρά αλλάζει μορφές πειθαρχίας, επιτήρησης και καταναγκασμού, επιτυγχάνοντας την καταγραφή των αποκλίσεων, την καταμέτρησή τους, την στοιχειοθέτηση, την ανάλυση, την αντιμετώπιση και εν τέλει την διόρθωση τους. Ή όπως συμβαίνει με την εγκληματική συλλογιστική την διατήρησή τους προς όφελος της κοινωνικής συνοχής και συνενοχής.
Για τον σκοπό αυτό, ο εγκλεισμός παράγει θα έλεγε κανείς μια εγκληματικότητα που αναπτύσσεται εντός του κοινωνικού συστήματος, το οποίο την εκτρέφει και την ελέγχει, δικό του δημιούργημα και αποτέλεσμα, η οποία εγκληματικότητα, αναδύεται μέσα από την «ιδρυματική» πρακτική της ίδιας της κοινωνίας. Ανώτερη βαθμίδα αυτής της ιδρυματικής ιεραρχίας αποτελεί η Φυλακή, η οποία αποτελεί το τελευταίο στάδιο της πορείας. Κατά αυτόν τον τρόπο διαμορφώνεται μια κατάσταση κατά την οποία από μια μικροπαραβατικότητα, που οδηγεί στα σωφρονιστικά ιδρύματα ανηλίκων, περνά κανείς σε μια παράνομη ενέργεια, που με τη σειρά της θα τον οδηγήσει στην Φυλακή, από όπου θα εξέλθει με το στίγμα του – επιτηρούμενου – εγκληματία, ο οποίος θα καταγραφεί στην κοινωνία των κακοποιών και θα ακολουθήσει – μοιρολατρικά σχεδόν – την πορεία της επιστροφής πίσω στην Φυλακή. Ο εγκλεισμός δεν αφήνει τίποτε να πάει χαμένο. Στο Μεσαίωνα ο εγκληματίας και ο χώρος που τον περιβάλλει, βρισκόταν εκτός του νόμου, εκτός του συστήματος. Πλέον ο εγκλεισμός τον τοποθετεί στην καρδία του συστήματος, βοηθά με την παρουσία και την συμπεριφορά του στην διαμόρφωση μιας διαφορετικής μεν, σαφώς καθορισμένης δε, παραβατικότητας, της εγκληματικότητας.
Το σημαντικότερο όμως κέρδος του εγκλεισμού αποτελεί η νομιμοποίηση και η φυσικότητα που αναγνωρίζεται στο δικαίωμα του κολασμού από την εξουσία, μειώνοντας παράλληλα την ανοχή στην ποινικοποίηση. Δύο τρόποι χρησιμοποιούνται γι’ αυτό το σκοπό. Ο νόμιμος, της δικαιοσύνης και ο εκτός νομιμότητας, της πειθαρχίας. Και από την μια μεριά η δικαιοσύνη χρησιμοποιεί την Φυλακή ως πρότυπό της. Οι πειθαρχικοί μηχανισμοί από την άλλη, που λειτουργούν στη βάση της δικαιοσύνης, νομιμοποιούνται έτσι, μέσω αυτής, εντός της οποίας εμπεριέχονται, μετριάζοντας συγχρόνως την τυχόν υπερβολή και κατάχρηση που τυχόν συνεπάγεται η τελευταία. Το σύστημα φυλάκισης νομιμοποιεί την τεχνική εξουσία του πειθαναγκασμού, με βάση την «φυσικοποίηση» της νόμιμης εξουσίας του κολασμού. Αλλά τίθεται το ερώτημα κατά τον Foucault, της αποδοχής από τη μεριά των κοινωνών της κολαστικής εξουσίας. Ο ίδιος συμπεραίνει πως με βάση τη θεωρία του Συμβολαίου καταχωρείται ο κατάδικος, ως πλάσμα νομικού υποκειμένου, το οποίο παραχωρεί σε τρίτους το ίδιο δικαίωμα τιμωρίας που έχει και αυτό απάνω τους. Η χιμαιρική αυτή παραχώρηση του δικαιώματος κερδίσθηκε από την σύνδεση μεταξύ της πειθαρχικής εξουσίας και της εξουσίας του νόμου όπως αυτή συνεπάγεται μέσα από το σύστημα της Φυλακής.
Μια καινούργια λοιπόν μορφή νόμου αναδεικνύεται. Μείγμα νομιμότητας και φυσικότητας. Εντολής και οργάνωσης. Ο ΚΑΝΟΝΑΣ. Και η δικαιοσύνη θίγεται άμεσα από αυτή τη μορφή, στο πρόσωπο του κύριου εκπροσώπου της, του Δικαστή. Αντί να δικάζουν και να καταδικάζουν (ή να αθωώνουν) την παράνομη πράξη του κατηγορουμένου, οι δικαστές ολισθαίνουν στην λογική της αναδιάρθρωσης και αναπροσαρμογής των ενόχων. Απεμπολούν, ασυνείδητα κατά το συγγραφέα, ένα δικαίωμα που τους δίνει ο ίδιος ο νόμος, και καταλήγουν να διατυπώνουν θεραπευτικές ετυμηγορίες και «αναπροσαρμοστικές» φυλακίσεις. Αντικαθίσταται έτσι μια πρακτική των νόμων από μια συνήθεια, θα μπορούσε να πει κανείς, των κανόνων. Αντί να εκφέρει μια νομική κρίση περί των γεγονότων που του παρουσιάζονται, επιλέγει μια λειτουργία επιβολής κανονικότητας. Μάταιη λοιπόν η οποιαδήποτε ηθική συνείδηση του δικαστή.a Κάτω από ένα καθεστώς κυριαρχίας του κανονικού, η Φυλακή, αυτό το μέγα στήριγμα της κανονιστικής εξουσίας, αποτελεί τον πιο ταιριαστό κολαστικό μηχανισμό της καινούργια οικονομίας της εξουσίας και το όργανο για τη διαμόρφωση της γνώσης που χρειάζεται αυτή.b Αυτή η σχέση εξουσίας και Επιστήμης της γνώσης, οδήγησαν στην αποκάλυψη του ανθρώπου, σε όλα τα επίπεδα της συμπεριφοριακής, ηθικής, πνευματικής, ψυχικής, ατομικής διάστασής του.
Επομένως δεν πρέπει να απορεί πλέον κανείς μετά από όλα τα παραπάνω που η Φυλακή αντέχει ακόμη μες στους αιώνες. Ωστόσο ο Foucault επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια επικρατεί η τάση να μειωθεί η χρήση της ως πανοπτικού μηχανισμού. Από τη μια η οργανωμένη και με διασυνδέσεις παρανομία ξεπερνά το λειτουργικό επίπεδο στο οποίο η Φυλακή μπορεί πλέον να ανταποκριθεί. Από την άλλη στη θέση της νέα πειθαρχικά συστήματα ομαλοποίησης κάνουν την εμφάνισή τους, αντικαθιστώντας επάξια, και καμιά φορά καλύτερα, το ρόλο στις εξουσίες ελέγχου – κολασμού, που έπαιζε έως τώρα η Φυλακή. Το πρόβλημα εν κατακλείδι δεν είναι η Φυλακή ως σωφρονιστικό μέσο, ούτε τα ιδρύματα που αναγράφονται και προβλέπονται στα εγχειρίδια και στους Κώδικες. Ο συγγραφέας αναφέρει την αδυναμία πλέον της Φυλακής να ανταποκριθεί πλήρως στο ρόλο της. Η ματιά μας πρέπει να στραφεί στις νέες μορφές ελέγχου και ομαλοποίησης οι οποίες εναρμονίζονται καλύτερα στις πειθαρχικές, επιτηρητικές, σωφρονιστικές απαιτήσεις της εξουσίας και εξυπηρετούν καλύτερα τις διαγνωστικές ανάγκες της. Απέναντι στην συλλογιστική της αποτυχίας, η προβληματική της επιτυχίας ξεσκεπάζει τις αιτίες και τα μέσα της εγκάθειρκτης κοινωνίας. Μέσα σε αυτήν εξουσιάζοντες και εξουσιαζόμενοι αγωνίζονται σε ένα ατέλειωτο αλισβερίσι με εναλλασσόμενους ρόλους και μορφές αλλά πάντα με το ίδιο αποτέλεσμα. Η μάχη είναι συνεχής και κανείς δεν θεωρείται νικητής ή ηττημένος. Μια διαρκής, αέναη πάλη.
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 305-306
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 327 επ.
b Π. Δέγλερης Ε. Κορυφιδου Γ. Νικολόπουλος, Φυλακή και Ποινικό Σύστημα στο «Surveiller et punir» του Μισέλ Φουκώ, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τεύχος 68 Α σελ. 107
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 333 επ
b ο.π. σελ.391
a Θ. Παπαθεοδώρου, Η έννοια της τιμωρίας, μια συνέντευξη του Μ.F. Κεφάλαιο Δ. Κριτική, σελ. 52
b Π. Δέγλερης Ε. Κορυφιδου Γ. Νικολόπουλος, Φυλακή και Ποινικό Σύστημα στο «Surveiller et punir» του Μισέλ Φουκώ, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τεύχος 68 Α σελ. 111
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.357
b ο.π. σελ.358 και επόμενες
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 381
b ο.π. - σελ.398
a ο.π. - σελ.391
a Π. Δέγλερης Ε. Κορυφιδου Γ. Νικολόπουλος, Φυλακή και Ποινικό Σύστημα στο «Surveiller et punir» του Μισέλ Φουκώ, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τεύχος 68 Α σελ.113.
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ. 405

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ IV - ΠΑΝΟΠΤΙΚΟ

Η πρόθεση του σωφρονισμού των καταδίκων και η συνεχής επιτήρησή τους διασταυρώνονται με την ανάγκη ενδελεχούς παρατήρησης και μελέτης των συμπεριφορών τους καθώς και με την τάση διαχωρισμού τους ανάλογα με τη βαρύτητα του εγκλήματος. Αυτές οι απαιτήσεις δημιούργησαν το θεμέλιο της χωρικής μορφολογίας των φυλακών. Έτσι γεννήθηκαν αρχιτεκτονικές τάσεις που προσπάθησαν να εκφράσουν με την εξωτερική εμφάνιση των κτηρίων το μεγαλείο και τη δύναμη, και με την εσωτερική τους διαρρύθμιση να ικανοποιήσουν απαιτήσεις σαν αυτή του ολοκληρωτικού ελέγχου του εξατομικευμένου ανθρώπου. Αφετηρία και σημείο αναφοράς αυτής της συλλογιστικής αποτέλεσε η ωφελιμιστική – φιλελεύθερη θεώρηση για τον έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς εκπεφρασμένη από τον Άγγλο Bentham. Σύμφωνα με το αξίωμα του τελευταίου «…ένας νομοθέτης θα πρέπει να αποβλέπει στην επίτευξη της μεγαλύτερης ευτυχίας κατανεμημένης στον μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων…a». Με βάση τον περίφημο «υπολογισμό της ευτυχίας», τη στάθμιση δηλαδή των εκατέρωθεν πλεονεκτημάτων μιας ή περισσότερων πράξεων, ο Bentham καθορίζει τις μορφές της συμπεριφοράς εκτιμώντας τις από το μέγεθος της ευχαρίστησης που παράγουν. Εφαρμόζοντας την θεώρηση αυτή σε θέματα εγκλημάτων και ποινών, και διαχωρίζοντας τις τελευταίες σε φυσικές, ηθικές, νομικές και πολιτικές, τις προσαρμόζει στην ιδιαίτερη συμπεριφορά των καταδίκων για να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Εξυπακούεται πως για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο δημιουργείται η ανάγκη άμεσης γνώσης της ιδιοσυγκρασίας και εν γένει ψυχοσύνθεσης του καθενός, για ν’ αποφεύγονται απρόσφορες και αναποτελεσματικές ποινές.
Αυτή η λογική βρήκε την πιο άμεση και ρεαλιστική πρακτική εφαρμογή της μέσω του σχεδίου για την περίφημη δακτυλιοειδής φυλακή που σχεδίασε ο Bentham. Το «Πανοπτικό», που άρχισε να χτίζεται το 1787 στην Αγγλία αποτελεί ένα αρχιτεκτονικό δημιούργημα βασισμένο στην απλή συλλογιστική της αόρατης και συνεχούς παρακολούθησης των κρατουμένων από την εξουσία. Ο κεντρικός πύργος στην μέση αυτού του δακτυλίου, αποτελούμενος από ένα σύστημα παραθύρων, περσίδων και καθρεφτών, δεν επιτρέπει στον κρατούμενο που βρίσκεται εντός των περιμετρικών, διάφανων προς το εσωτερικό, κελιών να αντιληφθεί κατά πόσο και πότε τον επιτηρούν και τον ελέγχουν. Αυτός ο έλεγχος γίνεται χωρίς πλέον τη χρήση της ορατής βίας αλλά απλώς με την πιθανολόγηση από μέρους του κατάδικου ότι παρακολουθείται και ελέγχεται, συμπεριφερόμενος έτσι ωσάν να βρίσκεται ανελλιπώς υπό στενή παρακολούθηση. Μεγαλοφυές στη σύλληψή του, το «Πανοπτικό» αντικαθιστά το σκοτεινό και κρυφό μπουντρούμι με το διαφανές και συνεχώς ελεγχόμενο κελί.
Αυτό το «παιχνίδι» στο μυαλό του κατάδικου, οδηγεί στην εκμηδένιση της προσωπικότητάς του μέσα στο κελί, στην αλλοτρίωσή με βάση την πειθαρχία και την επιτήρηση και τον ωθεί άθελά του στην τήρηση της αποδεκτής «κανονιστικής» συμπεριφοράς εντός της Φυλακής. Όπως έλεγε ο ίδιος ο Bentham «… είναι μια μορφή διακυβέρνησης, ένας τρόπος με τον οποίο το πνεύμα μπορεί να ασκήσει εξουσία πάνω στο πνεύμα…». Βέβαια ο Bentham συνδύαζε την μορφή του οικοδομήματός του με μέτρα για την ομαλή μετάβαση των κρατουμένων στην μετασωφρονιστική ζωή, με μια προσπάθεια δημιουργίας υγιεινών και εξανθρωπισμένων συνθηκών διαβίωσης καθώς και με έναν περιοριστικό σύστημα της αυθαίρετης εξουσίας των εξουσιαζόντων. Σκοπός του ήταν η απομάκρυνση από τις φυλακές της άμεσης εξάρτησης των φυλακισμένων από τις απάνθρωπες και βίαιες διαθέσεις των ανθρωποφυλάκων και την όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη παρουσία των τελευταίων μεταξύ των καταδίκων. «…Το Panoptikon είναι μια τελειοποιημένη μέθοδος επιβολής εξουσίας, γιατί με τη χρήση του επιτρέπεται η άσκηση ελέγχου σε πάρα πολλά άτομα με την χρησιμοποίηση ελάχιστου προσωπικού…a». Θα πρέπει να τονιστεί όμως εδώ ότι οι ιδέες του Bentham, αν και είχαν αρκετή απήχηση στην εποχή τους, δεν έτυχαν της ανάλογης εφαρμογής και εν τέλει κατέληξαν στην αποτυχία, τόσο λόγω των εν γένει αρχιτεκτονικών δυσκολιών (αδυναμία καλής οπτικής επαφής, διαχωρισμού κρατουμένων κ.α.) όσο και λόγω της πληθώρας των εγκλείστων που καταργούσαν την εξατομικευμένη επιτήρηση.
Για τον Foucault, όμως, το Πανοπτικό του Bentham, ανεξαρτήτως του πόσο σπάνια υιοθετήθηκε και πόσο πλημμελώς εφαρμόστηκε, αποτελεί την «…επιτομή μιας ευρέως διαδεδομένης τάσης της αστικής κοινωνίας – της πειθαρχικής ορμής.b». « Είναι νομίζω το όνειρο – ή μάλλον ένα από τα όνειρα, γιατί η αστική τάξη έχει πολλά … το οποίο πραγματοποίησε: ένα άτομο θα μπορούσε να επιτηρεί όλο τον κόσμο.g» Το φυλακισμένο άτομο καθυποβάλλεται σε ένα πεδίο ορατότητας και γίνεται το ίδιο η βάση της ίδιας του της καθυπόταξης. Ο Πανοπτισμός γίνεται μια μορφή εξουσίας που ξεφεύγει σταδιακά από τα στενά πλαίσια της Φυλακής και διαχέεται σε όλη τη κοινωνία. Αποτελεί μια από τις θεσμικές και νομικές πραγματικότητες του ναπολεόντειου κράτουςd, πρότυπο των κρατών του 19ου αιώνα. Η εφαρμογή του επιτρέπει την τελειοποίηση της άσκησης της εξουσίας.
Κατά τον Foucault, τα πλεονεκτήματα που το πνεύμα του Πανοπτισμού προσφέρει στην εξουσία είναι τόσο οργανωτικά όσο κυρίως πειθαρχικά. Περιορίζει τον αριθμό των ελεγχόντων και αυξάνει τον αριθμό των ελεγχομένων. Προλαβαίνει και προκαταβάλλει τυχόν λάθη, σφάλματα και, κυρίως εγκλήματα. Σημαντικότερο! Η δύναμη της εξουσίας, βίαιη και εκμηδενιστική για τους υπηκόους του βασιλιά, μετουσιώνεται σε μια άοπλη, αθόρυβη, αόρατη και αυτόματη μηχανή ελέγχου, με οικονομική λειτουργία και κυρίως άμεσα και επιτυχή αποτελέσματα. Αντίστοιχα στην κοινωνία καλλιεργείται μια συλλογιστική και μια συνήθεια της απόλυτης τήρησης των κανόνων τόσο σε επίπεδο καθημερινής πρακτικής, όσο και στην «… χρησιμότητα των δυνάμεων μέσα στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας, που ευνοείται, έτσι, σημαντικά…e». Η αρχή «ηπιότητα – παραγωγή – κέρδος» αντικαθιστά την παλαιότερη αρχή της «παρακράτησης – βίας» που διείπε την οικονομία της εξουσίας. Η πειθαρχία ως νέα τεχνική μέθοδος καθυπόταξης, μεταμόρφωσης και αναδιανομής, με μια οικονομική συλλογιστική, περιορίζει τις ανεξέλεγκτες και άστοχες δυνάμεις του σώματος ως «πολιτικής» δύναμης σε ωφέλιμη δύναμη στο μέγιστο βαθμό.
Σε αυτήν την κριτική του απέναντι στο πειθαρχικό σύστημα o Foucault καταλογίζει στους Διαφωτιστές ότι παράλληλα με την έννοια του Ορθού Λόγου και της πολιτικής ελευθερίας απέναντι στην δεσποτική μοναρχία έθεσαν και τις βάσεις για τους πειθαρχικούς μηχανισμούς. Οι τελευταίοι αποτελούν για τον ίδιο το υπόστρωμα κάθε τυπικής και νομικής ελευθερίας. Επρόκειτο για μια παράλληλη κίνηση, όπου από τη μια καθιερώνονται οι αρχές της ισότητας και της καθολικότητας των ιδεών και των δικαιωμάτων των ανθρώπων και την ίδια στιγμή χτίζονται οι μηχανισμοί ελέγχου της κοινωνίας, του πνεύματος, των σωμάτων. Ο Πανοπτισμός, αν και ιστορικά πουθενά δεν αποδεικνύεται η οικουμενική του χρησιμότητα, τόσο ως θεωρία όσο και στην πράξη, διαπότισε κατά τον συγγραφέα τις νομικές και κανονιστικές δομές της κοινωνίας, για να βάλει σε λειτουργία τους ουσιαστικούς μηχανισμούς της εξουσίας. Είναι μια μορφή εξουσίας που διενεργώντας εκ των έσω υποσκάπτει τα θεμέλια του κράτους – Δικαίου, που ευαγγελίζονταν οι Διαφωτιστές. Αντί για την εφαρμογή του Κοινωνικού Συμβολαίου στην πολιτική κοινωνία, η πειθαρχία δημιουργεί ανάμεσα στα άτομα έναν «ιδιωτικό» δεσμό, μια σχέση καταναγκαστική, τελείως διαφορετική από την συμβατική υποχρέωση που το Συμβόλαιο θέλει να δημιουργήσει. Αντί για την κοινωνία της ελευθερίας έχουμε μια αλληλεξάρτηση των ατόμων μέσω σχέσεων εξουσίας σε μια κοινωνία επιτήρησης. Συγχρόνως και η ίδια η εξουσία παράγει και στηρίζει τη γνώση που αποκτάται από την διεξοδική παρατήρηση και μελέτη των εγκλείστων, σε μια σχέση αλληλεπίδρασης από την οποία κάθε μια εξυπηρετεί δικούς της σκοπούς.
«Ζούμε σε μια πανοπτική κοινωνία με απόλυτα γενικευμένες μορφές επιτήρησης. Το ποινικό και το δικαστικό σύστημα αποτελούν κομμάτι αυτών των δομών, η φυλακή είναι με τη σειρά της κι αυτή κομμάτι τους, η ψυχολογία, η ψυχιατρική, η εγκληματολογία, η κοινωνιολογία και η κοινωνική ψυχολογία είναι επακόλουθό τους. Η εμφάνιση λοιπόν της φυλακής πρέπει να τοποθετηθεί ακριβώς εκεί, στον γενικό πανοπτισμό της κοινωνίας.a
a Νέστωρ Κουράκης, Ποινική Καταστολή, εκδόσεις Α.Ν.Σάκκουλα 1997 σελ. 131 επ.
a Τυπολογία φυλακών κατά τον 18ο και 19ο αιώνα – Πρόδρομοι των σύγχρονων φυλακών, Περιοδικό Σύγχρονα Θέματα 41-41/1990 σελ 54
b J.G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002, σελ. 156
g Μισέλ Φουκώ Ο Μεγάλος Εγκλεισμός εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999 σελ. 60
d Ο Ναπολέων επιθυμούσε να γνωρίζει τις οργανωτικές λεπτομέρειες και των πιο μικρών συμβάντων της ευρωπαϊκής Αυτοκρατορίας του.
e Νέστωρ Κουράκης Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ.421
a Φουκώ Ο Μεγάλος Εγκλεισμός εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999 σελ. 60

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ ΙΙΙ - Η ΤΙΜΩΡΙΑ

Η στροφή στον χώρο των σωφρονιστικών θεσμών κυρίως μετά το 1550 βασίστηκε σε δυο παραμέτρους η ανάλυση των οποίων είναι δυσανάλογη στο έργο του Foucault. Από την μια μεριά εμφανίζονται πιο εδραιωμένοι κυρίως στα κράτη της Βορειοδυτικής Ευρώπης (Κάτω Χώρες, κρατίδια της Γερμανίας, Αγγλία, Σκανδιναβία), όπου η παράμετρος της Προτεσταντικής θρησκείας και της ηθικής της, την επιρροή της οποίας στην αλλαγή των σωφρονιστικών αντιλήψεων ο Foucault αρνείται να δει και να κατανοήσειa. Και φυσικά οι νέες γεωγραφικές ανακαλύψεις, μετά την εκμετάλλευση των οποίων, έρχεται η οικονομική ακμή που σημειώνεται στις χώρες αυτές αλλά και στις μεγάλες καθολικές βασιλείες της Γαλλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας (θεωρία του μερκαντιλισμού κατά την οποία όποιος μπορούσε να παράγει περισσότερο, θα πουλούσε και περισσότερο και κατά συνέπεια θα συσσώρευε περισσότερο πλούτο.).
Ο Προτεσταντισμός ως θρησκεία που αντιτίθεται στην στείρα, αυστηρή και δογματική θεολογία του ΕΝΟΣ, δηλαδή του Πάπα και της καθολικής ηγεσίας, δίνει απάντηση με την απλή πίστη του ΚΑΘΕΝΟΣ. Προσπαθεί να αντιπαραβάλλει στην έκλυτη ζωή των ιεραρχών του Καθολικισμού μια αγνή και «ατομική» ηθική των δικών του ιερουργών και πιστών. Τα πάμπολλα παρακλάδια του Προτεσταντισμού (Καλβινιστές, Πουριτανοί, Πιετιστές, Μεθοδιστές, Βαπτιστές) προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια απλή μεν, αυστηρή όμως, κοινωνία πιστών, όπου ο τελευταίος θα ζει μέσα στην κοινωνία χωρίς πειρασμούς και αμαρτίες. Όπου κατάφεραν να επικρατήσουν τήρησαν μια αυστηρή στάση απέναντι στις απολαύσεις και στις έκλυτες συνήθειες της μέχρι τότε καθημερινότητας. Αρκετοί από αυτούς αναζήτησαν μια νέα «Ιερουσαλήμ» στις νέες χώρες που ανακαλύφθηκαν και άρχισαν να μεταναστεύουν, προς τη Δύση κυρίως. Η δογματική της αυστηρά ηθικής ζωής και του περιορισμού των τυχόν απολαύσεων βρίσκει μια από τις εκφράσεις της στην σωφρονιστική πολιτική, αρχικά έναντι των απόκληρων της ζωής (ζητιάνων, ορφανών, άνεργων, αλητών) και κατ’ επέκταση έναντι των καταδίκων και εγκληματιών. Πίστευαν και διακήρυτταν πως η ηθική επιβάλλεται στον καθένα μέσω της εργασίας και της κατήχησης, τόσο έναντι των φυγόπονων όσο και έναντι των καταδίκων. Η οκνηρία που διακατέχει αυτούς τους δύστυχους μπορεί να καταπολεμηθεί μέσω της εργασίας, ανεξαρτήτως της θελήσεώς τους b.
Αυτό το τελευταίο θεώρημα, της ακούσιας παρέμβασης και αναδιοργάνωσης των ανθρώπων αυτών προς ένα πνεύμα εργασίας και πίστης που προβάλει ο Προτεσταντισμός έρχεται να στηρίξει η οικονομική ακμή της περιόδου (μέσα του 16ου και αρχές του 18ου αιώνα) στην προσπάθεια να κατευθυνθεί η κοινωνία προς ένα νέο οικονομικό μοντέλο. Η νέα οικονομική ακμή που διαδέχτηκε μια περίοδο οικονομικής στασιμότητας, λίγο μετά την αναγέννηση, εγκαινιάζει και μια νέα αντιμετώπιση των πλουτοπαραγωγικών πηγών. Πλέον κυρίαρχο ρόλο παίζει η ιδιοκτησία και η συσσώρευση πλούτου και επένδυσης σε νέες αγορές, νέα εμπορεύματα και νέα μηχανήματα. Όλα αυτά προϋποθέτουν μια πιο συστηματική σκληρότητα και έναν πιο αυστηρό έλεγχο στην παρανομία. Η ανοχή της βασιλικής εξουσίας σε ορισμένες λαϊκές ανομίες, που έτειναν να μετατραπούν σε κεκτημένα δικαιώματα των απλών υπηκόων απέναντι στον μονάρχη, είναι πια ανεπίτρεπτη. Η κυριότερη πλέον εκτροπή από την νομιμότητα, η κλοπή, θέτει σε άμεσο κίνδυνο την αστική κοινωνία της ιδιοκτησίας και της ιδιοποίησης των μέσων και των προϊόντων εργασίας. Η ίδια όμως αστική κοινωνία αντιμετωπίζει με διαφορετική πολιτική τις παραβιάσεις της στους νέους αστικούς κανονισμούς και στους νόμους του εμπορίου, θέτοντας για τις νέες αυτές νομικές παρανομίες ειδικά δικαστήρια και ειδικούς νομικούς κώδικες και ποινές.
Ο Foucault βλέπει πίσω από όλο αυτό το πλαίσιο της οικονομικής ακμής μια προσπάθεια θέσπισης και εφαρμογής οξύτερων κολαστικών μεθόδων από αυτούς που επικρατούσαν στην μεσαιωνική πρακτική του βασανιστηρίου. «Στην πραγματικότητα η μεταστροφή από μια αιματηρή εγκληματικότητα σε μια εγκληματικότητα οικονομικής απάτης αποτελεί μέρος ενός πολύπλοκου μηχανισμού, που τα κυριότερά του σημεία είναι η ανάπτυξη της παραγωγής, η αύξηση του πλούτου, μια πιο έντονη ηθική και νομική αξιολόγηση των σχέσεων ιδιοκτησίας, μέθοδοι επιτήρησης πιο αυστηροί, πιο στενή παρακολούθηση του πληθυσμού, περισσότερο προσαρμοσμένες τεχνικές ανίχνευσης, σύλληψης, πληροφόρησης: η μετατόπιση των παράνομων πράξεων αντιστοιχεί σε πιο εκτεταμένες και οξύτερες κολαστικές μεθόδους.a». Το δικαίωμα για τιμωρία έχει μεταστραφεί από την εκδίκηση του μονάρχη στην άμυνα της κοινωνίας έναντι του κακοποιού.
Τότε εμφανίζεται και η καταναγκαστική εργασία και ιδρύονται τα πρώτα σωφρονιστικά ιδρύματα. Οι θεωρίες της Σχολής του Φυσικού Δικαίου και οι κύριοι εκπρόσωποί της, Grotius, Hobbes και Pufendorf, μιλούν για μια τιμωρία απαλλαγμένη από την βασιλική επίδειξη δύναμης, και την στηρίζουν όχι στην ανταπόδοση και στην εκδίκηση αλλά στο κακό που επιβάλλεται σε κάποιον να υποφέρει εξ’ αιτίας του κακού που αυτός διέπραξε. Επιβάλλεται από νόμιμη δημόσια εξουσία, που της έχει παραχωρηθεί το δικαίωμα της τιμωρήσεως έμμεσα από τους πολίτες, για την διόρθωση του εγκληματία και την καθοδήγηση των άλλων. Τα νέα σωφρονιστικά μέσα που επικρατούν δείχνουν μια τάση προς λιγότερο αχρηστευτικές ποινές και περισσότερο παραγωγικές. Η Φυλακή κάνει την εμφάνισή της ως τόπος φύλαξης των φτωχών, των αρρώστων και των «περιθωριακών». Η κοινωνία προσπαθεί να ελέγξει αυτές τις «περιθωριακές» μορφές της ζωής που βάζουν σε κίνδυνο την οικονομική της ανάπτυξη και «εκβιάζει» την ηθική και κοινωνική αναμόρφωση τους, τους περιορίζει εκεί μέσα διδάσκοντάς τους προσευχή και εργασία. Παράλληλα προσπαθεί να τους εντάξει σε ένα γενικό πλαίσιο παραγωγής αγαθών, σε μια οικονομικά αυτοτελής επιχείρηση.
Αυτός ο υποχρεωτικός εγκλεισμός, τόσο για τους κατάδικους όσο και για τους «περιθωριακούς» κάνει πρώτη φορά την εμφάνισή του στην Ιστορία. Τον Μεσαίωνα δεν υπήρχε Φυλακή. Εκείνη την εποχή τα μπουντρούμια ήταν πάνω απ’ όλα ένας προθάλαμος του δικαστηρίου. Ο κατηγορούμενος κρατούνταν εκεί μέσα είτε για να τον έχουν στην διάθεσή τους να τον σκοτώσουν, είτε για να τον βασανίσουν, είτε για να τον αναγκάσουν να πληρώσει προκειμένου να ελευθερωθεί. Ήταν ένα πέρασμα μεταξύ ζωής και θανάτου. Η ιδέα ότι η Φυλακή θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της τιμωρία ήταν τελείως ανύπαρκτη τότεa.
Αλλά ακόμα και τότε δεν είχε αρχίσει να λειτουργεί ως τιμωρία αλλά κυρίως ως μέσο ασφαλής φύλαξης των κρατουμένων, μια προσπάθεια προστασίας της κοινωνίας από αυτούς. Οι Φυλακές παρενέβαιναν στην χωροταξική κατανομή των ατόμων με σκοπό τον περιορισμό των αλητών και των ζητιάνων. Αυτή η μορφή εγκλεισμού που ως χώρος εκτός του κοινωνικού ιστού, διαχωρίζεται από αυτόν και οριοθετείται, βάζοντας μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των αστών και των παρακατιανών, που μπλέκονται στα πόδια τους, αποσκοπεί ακριβώς στην «εξαφάνισή» τους από τις πόλεις. Ίσως είναι και ένας τρόπος υπολογισμού των πληθυσμιακών ποσοστών των παραγωγικών και μη παραγωγικών δυνάμεων σε μια προσπάθεια γνώσης των πρώτων και επανένταξης των δεύτερων. Λειτουργούσαν ως καταστήματα καταδίκης της αταξίας μάλλον, παρά ως μέσα τιμωρίας. Οι χώροι διαβίωσης στις περισσότερες από αυτές δεν ήταν ούτε καν οι στοιχειώδεις. Όσον αφορά την προσπάθεια ανάπλασης και κατήχησης των εγκλεισμένων, η συγκέντρωση αρκετά μεγάλου αριθμού ανθρώπων μέσα σε αυτά τα ιδρύματα περιόριζε την ηθική διαπαιδαγώγηση που ευαγγελίζονταν οι θεωρητικοί και η όλη επιχειρηματική συλλογιστική που τις έκανε να μοιάζουν με μικρές βιοτεχνίες, περιέπεσε σε μαρασμό και λόγω της νέας τεχνολογίας στο χώρο της παραγωγής και κυρίως του Τριακονταετούς Πολέμου που εξάντλησε οικονομικά την Κεντρική Ευρώπη.
Ο Foucault αναφερόμενος στα ιδρύματα αυτά σκιαγραφεί την εικόνα της Φυλακής για άντρες του Rasphuis στο Άμστερνταμ το 1596, όπου, μαζί με την ταυτόχρονη λειτουργία της φυλακής του Spinhuis των γυναικών την επόμενη χρονιά, λειτουργεί το μοντέλο της ορθολογικής διαχείρισης του χρόνου των καταδίκων με άξονα την μείωση της ποινής τους. Οι δύο αυτές πρωτότυπες φυλακές, δείγμα της νέας θεωρίας για ανάπλαση των κρατουμένων μέσω της ηθικής και της χριστιανικής διαπαιδαγώγησής τους και με την λογική του επιχειρηματικού πνεύματος στην εργασία (τα ονόματα των Φυλακών προέρχονται από την εκμάθηση ξυλουργικής στους άνδρες και υφαντουργίας στις γυναίκες) ακολούθησαν το ρεύμα της εποχής και επέβαλαν ένα ολοκληρωμένο σύστημα απαγορεύσεων και υποχρεώσεων, συνεχούς επιτήρησης, θρησκευτικής και ηθικολογικής κατήχησης, σε μια προσπάθεια επιστροφής στο «καλό» και αποξένωσης από το «κακό». Η σωφρονιστική αυτή λογική επεκτάθηκε, με ιδρύματα σε Γερμανία, Ελβετία και στην ίδια την Ολλανδία, με κύριο σταθμό την ίδρυση και λειτουργία στην Γάνδη το 1775 μιας ακτινωτής φυλακής με διαχωρισμό των κρατουμένων κατά κατηγορίες: γυναίκες, μικροεγκληματίες, βαρυποινίτες κλπ. Ο συγγραφέας τονίζει τον ιστορικά συνδετικό κρίκο της θεωρίας του 16ου αιώνα για μια παιδαγωγική και πνευματική μεταμόρφωση των ανθρώπων μέσω της συνεχούς άσκησης με τις σωφρονιστικές τεχνικές που επινοήθηκαν από 1750 και πέραb, κάνοντας παράλληλα ένα ιστορικό άλμα και μεταφέροντάς μας στο σωφρονιστήριο του Gloucester και στη φυλακή της Walnut Street, όπου επικρατούν η λογική του εγκλεισμού και της υποχρεωτικής εργασίας, της οικονομικής αυτοδυναμίας των φυλακών, της υποχρεωτικής χριστιανικής κατήχησης και κυρίως οι πλήρεις φάκελλοι και η διεξοδική παρακολούθηση κάθε κρατούμενου. Δεν αναφέρεται όμως στον εκφυλισμό εν τέλει του θεσμού των σωφρονιστηρίων και την συνέχεια της αυθαιρεσίας των σωματικών βασανιστηρίων σε πολλές άλλες περιοχές όπως στη Γαλλία, στην Ισπανία και στην Αγγλία, η ποινική πολιτική της οποίας γράφονταν ακόμα το 19ο αιώνα με αίμα.
Η Προτεσταντική ηθική και η οικονομική ανάπτυξη δεν επέφερε παντού τις ίδιες διεργασίες στον τομέα του σωφρονισμού, αν και ο Foucault διαπιστώνει μια αλλαγή στην ποινική θεωρητική και πρακτική – άλλωστε σκοπός του είναι η καταγραφή των συστημάτων σκέψης που άρχισαν να διαμορφώνονται και να επικρατούν στην εποχή αυτή - και η δημιουργία μιας διαφορετικής συλλογιστικής σχετικά με την τιμωρία και την ποινική δικαιοσύνη από την εποχή του Διαφωτισμού και έπειτα. Ο Διαφωτισμός και οι ορθολογικές μεταρρυθμίσεις που ευαγγελίζονταν οι εκπρόσωποί του καθόρισαν την πλήρη αλλαγή της θεωρίας τόσο στην ποινική φιλοσοφία εκείνη την εποχή όσο και στο εν τη γενέσει του σωφρονιστικό σύστημα, με τον εξανθρωπισμό του οποίου ασχολήθηκαν όλα τα μεγάλα πνεύματα της εποχής. Βασική αρχή ήταν ότι η θεαματική και υπερβολικά βίαιη ανταπόδοση απέναντι στο έγκλημα δεν ήταν απλά απάνθρωπη αλλά και δεν έπαιζε στην ουσία κανένα αποτρεπτικό ρόλο κατά του εγκλήματος. Η ποινική δικαιοσύνη έπρεπε να επιδιώκει την τιμωρία του ενόχου και όχι την εκδίκηση της εξουσίας απέναντι σε αυτόν και την πράξη του.
Οι μεγάλοι θεωρητικοί της εποχής του Διαφωτισμού, που επιστέγασμά της ήταν η Γαλλική Επανάσταση του 1789, τοποθετούσαν τον εγκληματία όχι πια απέναντι στον μονάρχη ή σε μια απρόσωπη εξουσία, αλλά απέναντι στο ίδιο το κοινωνικό σύνολο. Η πράξη του δεν ήταν μια προσβολή απέναντι στην εξουσία αλλά μια ρήξη του Κοινωνικού Συμβολαίου, η οποία έθετε σε κίνδυνο την ίδια την κοινωνία, μέλος της οποίας θεωρούνταν και ο ίδιος ο εγκληματίας. Ο Montesquieu θεωρούσε ως σκοπό της ποινής την ανταποδοτική δικαιοσύνη αλλά με μια μετριοπαθή διάθεση, σε συνάρτηση με μια λήψη μέτρων για την πρόληψη των εγκλημάτων και την εμπέδωση των ηθών. Στον διαχωρισμό που κάνει όσον αφορά τα εγκλήματα, πρέπει να προσέξει κανείς τις διάφορες κατηγορίες εγκλημάτων και τις ανάλογες ποινές που αυτές επισύρουν. Για τα εγκλήματα της θρησκείας θεωρεί ότι η πρέπουσα ποινή είναι η στέρηση των πλεονεκτημάτων της θρησκείας στο πρόσωπο του εγκληματία. Για τα εγκλήματα κατά της κοινωνικής ηθικής καταδεικνύει ως ποινή την δημόσια ατίμωση και την εξορία. Για τα εγκλήματα κατά της ασφάλειας των πολιτών θεωρεί ως σωστή την διατήρηση της θανατικής ποινής σε συνδυασμό με χρηματικές ή σωματικές ποινές (μαστίγωση). Για τα εγκλήματα τέλος κατά της ησυχίας των πολιτών προσφεύγει στις ποινές τις εξορίας και της φυλακής. Η επιβολή λοιπόν των ποινών ποικίλει ανάλογα με τα εγκλήματα και την βαρύτητά τους. Τα βασανιστήρια, είτε ως ποινή είτε ως αποδεικτικό μέσο είναι ανεπίτρεπτα. Από την άλλη η Φυλακή ως ποινή δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά μια ακόμη ποινή ανάμεσα στις άλλες και κυρίως έναντι αυτών που διασαλεύουν την κοινωνική γαλήνη. Κυρίως όμως θεωρεί απαραίτητη για την επιβολή οποιασδήποτε ποινής την προηγούμενη κωδικοποίηση των νόμων και την επιβολή αυτών κατά γράμμα από τους δικαστές. «Ο δικαστής να είναι το στόμα που προφέρει τα λόγια του νόμου».
Ο Rousseau, εκπρόσωπος του πνεύματος και της πίστης στον Ορθό Λόγο, είναι ο κύριος εκφραστής της θεωρίας του Κοινωνικού Συμβολαίου, σύμφωνα με την οποία η στέρηση ενός μέρους της ελευθερίας των ανθρώπων κατά την δημιουργία της κοινωνίας είναι απαραίτητο στοιχείο προκειμένου να διατηρηθεί το υπόλοιπο μέρος αυτής σε καθεστώς ασφάλειας και ησυχίας μέσα στην κοινωνία. Η θεμελιώδης αλλαγή όμως στην θεωρητική των νόμων και της ποινής ως τιμωρίας θα επέλθει με ένα έργο που έχουμε ήδη αναφέρει. Με το Dei delitti e delle pene [Περί εγκλημάτων και ποινών] του Cesare Beccaria το 1765, περνάμε σε μια «ήμερη και φιλάνθρωπη νομοθεσία, όπως προσδιορίζεται με σαφήνεια από το νόμο εκ των προτέρων και πιστή εφαρμογή αυτής για να γνωρίζει ο πολίτης τα όρια της ελευθερίας του και ο εγκληματίας να συγκρατείται από τα επακόλουθα της πράξης του a». Έτσι βασικό μέλημα της ποινής γίνεται το πνεύμα και όχι πια το σώμα του εγκληματία. Ταξινόμηση εγκλημάτων και ποινών στο πλαίσιο μιας εξατομικευμένης αντιμετώπισης του παραβάτη και σκοπός η προστασία και η κοινή ωφέλεια του συνόλου. Οι μελλοντικοί παραβάτες γνωρίζουν από πριν ότι η πράξη τους θα επιφέρει την τιμωρία και την αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου μέσω της ποινής που ορίζεται περιοριστικά στην νομοθεσία. Η ποινή λοιπόν εμπεριέχεται στο ίδιο το έγκλημα αφού ο παραβάτης γνωρίζει θετικά τι θα επιφέρει η πράξη του. Δεν πρέπει πλέον να υπολογίζεται το κέρδος από το έγκλημα χωρίς να αντιστοιχεί σε αυτό και η αρνητική επιβολή της ποινής εξαιτίας του. Η προνοητική που προσπαθεί να δημιουργήσει η κανονικοποίηση των ποινών στους ανθρώπους είναι η κατανόηση από τους μέλλοντες εγκληματίες και κατάδικους της λογικής της τιμωρίας τους. Απέναντι στην αυθαιρεσία των μοναρχών, το πνεύμα του Διαφωτισμού, όπως εκφράζεται από τον Beccaria, καταρτίζει τους κανόνες πάνω στους οποίους κινείτε η συλλογιστική της τιμωρίας των εγκλημάτων. Η ανταπόδοση και η εκδίκηση δίνουν τη θέση τους στην πρόληψη και στην αναμόρφωση μέσω της ποινής, καθιστώντας τον κατάδικο ένα παράδειγμα, ένα «σήμα» για την υπόλοιπη κοινωνία. Αλλά ένα «σήμα» ευδιάκριτο, διδακτικό, εμπεριστατωμένο και αμερόληπτο. Ο Foucault το προσδιορίζει ως εξής : «Μια μετατόπιση από μια ποινολογία βασανιστηρίων σε μια ποινολογία που υπολογίζει με βάση τα ίδια της τα αποτελέσματα. Το παράδειγμα πρέπει να παραπέμπει στο έγκλημα, αλλά με τον πιο διακριτικό τρόπο, να υποδηλώνει την παρέμβαση της εξουσίας αλλά με την μεγαλύτερη δυνατή οικονομία και σε μια ιδανική περίπτωση να εμποδίζει κάθε μεταγενέστερη εμφάνιση και του εγκλήματος και της ποινής b».
Για τον ίδιο, όμως, το πνεύμα του Διαφωτισμού χάραξε νέες «ηθικές τεχνολογίες» καθιστώντας πιο εφικτό έναν βαθμό κοινωνικού ελέγχου, πιο αποτελεσματικό από τις παραδοσιακές κοινωνίες. Η εποχή του Διαφωτισμού είναι μια εποχή όπου ο Λόγος είναι μια τεχνολογία της εξουσίας και η επιστήμη ένα όργανο κυριαρχίας της . Οι επιστήμες δεν είναι τίποτε άλλο παρά διακριτά είδη που όλα τους υπάγονται στο γένος Σύστημα – Εξουσίας g. Περιγράφοντας τους βασικούς κανόνες με τους οποίους όπως λέει εξοπλίζεται η κολαστική δύναμη και στους οποίους εδράζεται η προαναφερόμενη τεχνική του παραδείγματος – σήματος, αναφέρει χαρακτηριστικά τους εξής: τον κανόνα της ελάχιστης ποσότητας ως μια σχεδόν απόλυτη αντιστοιχία στο επίπεδο των συμφερόντων. Κάνει κάποιος ότι τον συμφέρει περισσότερο, και η μη διάπραξη του εγκλήματος έχει περισσότερα πλεονεκτήματα, απ’ ότι η ποινή που επισύρει η διάπραξή του. Στον κανόνα του αποχρώντος ιδεαλισμού , η αναπαράσταση της ποινής και όχι η σωματική πραγματικότητα των βασανιστηρίων υπερτονίζει το μειονέκτημα της πράξης και του επιθυμητού οφέλους. Στον κανόνα των πλαγίων αποτελεσμάτων η αποτελεσματικότητα της ποινής ενεργεί κυρίως στους μη αδικούντες. Τα ισόβια δεσμά που προτείνει ο Beccaria έναντι της θανατικής ποινής ενεργούν πιο μακροπρόθεσμα στους γύρω, στο δε κατάδικο αποκτούν μια διαιρετική οδύνη των δεσμών, όσες και οι στιγμές που θα ζήσει. Ελάχιστη ποινή για τον ισοβίτη, υπέρμετρη για αυτούς που την φαντάζονται. Όσον αφορά τον κανόνα της απόλυτης βεβαιότητας, ο δεσμός ανάμεσα στο έγκλημα και στην τιμωρία πρέπει να είναι αναγκαίος και αδιάρρηκτος. Η δημοσίευση των Νόμων, η παραίτηση του μονάρχη από την απονομή της χάρης κάνουν την ιδέα της ποινής σταθερή και σίγουρη στο νου όλων. Από την άλλη τα γενικά κριτήρια κάθε αλήθειας στην εξακρίβωση του εγκλήματος κάνουν αποδεκτή την κρίση, αν και, τονίζει ο Foucault «…δημιουργείται μια πολλαπλότητα του επιστημονικού λόγου (στην προσπάθεια εξακρίβωσης με βάση καλά εδραιωμένες αλήθειες) την οποία ακόμη και σήμερα η ποινική δικαιοσύνη δεν μπορεί να ελέγξει…a». Η ανάγκη εξατομίκευσης των εγκληματικών περιπτώσεων αναλόγως της προσωπικότητας του εγκληματία (μεγίστης εξειδίκευσης) οδηγούν τον συγγραφέα να εκφράσει την άποψη ότι η μετατόπιση του σημείου εφαρμογής της εξουσίας, που το σύστημα της σκέψης του ορθολογισμού εκφράζει, δεν είναι πλέον το σώμα αλλά η ψυχή. «Όχι πια το σώμα, αλλά η ψυχή, έλεγε ο Mably…… η ανάλυση των αναπαραστάσεων, ως αρχή μιας πολιτικής των σωμάτων, πολύ πιο αποτελεσματικής από την τελετουργική ανατομία των βασανιστηρίων b».
Το ιδεώδες για τους Διαφωτιστές θα ήταν ο ένοχος να αποτελέσει ένα είδος σκλάβου στην υπηρεσία του κοινωνικού συνόλου, του οποίου την ασφάλεια και γαλήνη παραβίασε με την συμπεριφορά του. Γι’ αυτό και όλοι οι μεταρρυθμιστές πρότειναν ως την πιο αποτελεσματική ποινή τα δημόσια έργα. Με την τιμωρία αυτή επιτυγχάνονταν δύο πράγματα: το ενδιαφέρον όλων για την ποινή του κατάδικού αλλά και τον οφθαλμοφανή και ελέγξιμο χαρακτήρα της. Μιλούσαν για τα «Άλση των Νόμων» όπου ο λαός θα τα επισκέπτεται για να λαβαίνει αποτρεπτικά σήματα – παραδείγματα. Ανταποκρινόμενος στην συλλογιστική αυτή ο εμπνευστής της ποινικής νομοθεσίας της Γαλλικής Επανάστασης του 1789 Lepeletier πρότεινε στην Συντακτική Συνέλευση ως κύρια δημόσια ποινή την στέρηση της ελευθερίας, του πολυτιμότερου αγαθού του ανθρώπου. Χωρίς όμως την καταπίεση, την υποχρεωτική εργασία και την μετατροπή των καταδίκων σε εργατικό δυναμικό χάριν του κέρδους. Απορρίπτονται η θανατική ποινή, η μαστίγωση, ο στιγματισμός. Συγχρόνως επιδίωξη του ήταν να επισκέπτεται ο λαός τους εγκλείστους και να παραδειγματίζεται από τα λάθη που τους οδήγησαν εκεί. «Πριν γίνει αντικείμενο επιστήμης ο έγκλειστος έγινε αντικείμενο διδαχήςg». Ο Νόμος του 1791 ορίζει ως κύρια ποινή τη στέρηση της ελευθερίας, με πιο ήπιες μορφές κράτησης και δυνατότητα μετασωφρονιστικής μέριμνας για τους κατάδικους. Αντιθέτως ο Ναπολεόντειος Κώδικας του 1810 είναι ένα πισωγύρισμα στην αυστηρή και άτεγκτη τιμωρία όπως τον στιγματισμό, τα καταναγκαστικά έργα κ.α. Το πνεύμα όμως του Διαφωτισμού και της ποινικής μεταρρύθμισης είχε διαποτίσει τα νομοθετικά κείμενα εκείνης της εποχής. Ο κατάδικος δεν είναι πια το «κακό» που πρέπει να συντριβεί αλλά το παράδειγμα αποτροπής για κοινωνικό όφελος.
Αποτελεί όντως εύλογη απορία πως μια τέτοια ποινή, όπως η Φυλακή, μέσα στο πνεύμα της ποινής – παράστασης, της ποινής – σήματος και λόγου, όπως χαρακτηρίζει ο Foucault την παραδειγματική ποινή των Διαφωτιστών, αντίθετη στην όλη συλλογιστική του ορθολογισμού, έκανε την εμφάνιση της (και επικράτησε τελικά). Η ιδέα του ποινικού εγκλεισμού μέσω της Φυλακής αφορούσε εξιδανικευμένη τιμωρία για ορισμένα εγκλήματα και πάντως θεωρούνταν ποινή ανίκανη να ανταποκριθεί στην ιδιαιτερότητα του κάθε εγκληματία. Κανένας μεταρρυθμιστής της ποινικής δικαιοσύνης δεν την επικροτούσε. Κανένα από τα πνευματικά δημιουργήματα της εποχής για την σωφρονιστική πολιτική δεν περιλάμβανε στις θέσεις του την τιμωρία που ταυτιζόταν με «το σκοτάδι, τη βία και την καχυποψία a».
Θεωρητικά ο πρώτος που ασχολήθηκε με το θεσμό, και μάλιστα με σκοπό να τον βελτιώσει τόσο όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης όσο και σε θέματα σωφρονισμού, ήταν ο Howard. Μιλάμε βέβαια για τις φυλακές – μπουντρούμια της Αγγλίας όπου η κατάσταση των καταδίκων περιγράφεται από μεσαιωνική έως ζωώδης. Στο έργο του Howard η εντύπωση που του προκαλούν τα σωφρονιστήρια στην Ολλανδία (υποχρεωτική εργασία, επιτήρηση, ηθική διαπαιδαγώγηση, αλλά και καθαριότητα και υγιεινή) τον κάνουν να προτείνει μια σειρά κανόνων για τη βελτίωση της ζωής στις φυλακές. Σημειώνει μάλιστα στο έργο του «Αφήγηση από τα Λοιμοκαθαρτήρια»: «… η ευπρέπεια, η ομαλότητα και η τάξη που παρατήρησα …… προέρχονται σε μεγάλο βαθμό …… από τη συνεχή προσοχή που αποδίδεται στο να αναπτυχθεί στους κρατούμενους το θρησκευτικό συναίσθημα με απλές, ουσιώδεις ομιλίες, κατήχηση και εύληπτη εκπαίδευση από ιερωμένους μαζί με την επίδραση από το καλό παράδειγμα τόσο στους ίδιους όσο και στους δεσμοφύλακες…». Η επίδραση του Προτεσταντισμού στην μεθοδολογία του σωφρονισμού σε αυτά τα ιδρύματα σε χώρες Προτεσταντικές, καταδεικνύει την προσπάθεια να αναπροσαρμοστεί ο κατάδικος και να αναπλαστεί κάτω από το πνεύμα της χριστιανικής ηθικής και των Βιβλικών αξιών.
Ο Foucault απορεί για την παρουσία της στην Γαλλία ακόμη και μετά τις αλλαγές στην ποινική δικαιοσύνη που ευαγγελίζονταν οι μεταρρυθμιστές του Διαφωτισμού. Για τον συγγραφέα η θέση της μέσα στο ποινικό σύστημα και οι σκοποί που αυτοί εξυπηρετούσε πριν την έναρξη της Γαλλικής Επανάστασης είναι οι κάτωθι: «… η τιμωρία της φυλακής δεν είχε παρά μια περιορισμένη και περιθωριακή θέση στο ποινικό σύστημα …… διατηρήθηκε επίμονα για να κυρώνονται τα ελαφρά αδικήματα …… είναι κράτηση του ενόχου ως ενέχυρου και όχι ως τιμωρία …… αντικαθιστά τα κάτεργα για όσους (γυναίκες, ανάπηρα παιδιά) δεν είναι δυνατόν να υποβληθούν σε αυτά …b). Σε αυτήν κρατούνταν με βασιλική διαταγή των οργάνων της εξουσίας του μονάρχη οι ύποπτοι ή ακόμα και οι καταδικασμένοι για ελαφρά αδικήματα (είσπραξης φόρων κλπ.) Η Βαστίλη, για παράδειγμα, όταν καταστράφηκε από το λαό του Παρισιού το βράδυ της 14ης Ιουλίου του 1789 δεν καταστράφηκε ως η Φυλακή - «κολαστήριο» του βασιλιά απέναντι στο λαό, αλλά ως σύμβολο της απόλυτης αυθαιρεσίας του Λουδοβίκου 16ου.
Εντούτοις στιγματίζεται με τα χειρότερα λόγια τόσο η ίδια ως ποινή όσο και οι ζοφερές συνέπειες που επιφέρει η χρόνια διαμονή κάποιου μέσα σε αυτήν, από τη στιγμή μάλιστα που ο ρόλος της , όπως προαναφέραμε, ήταν η προσωρινή κράτηση του απλού ποινικού παραβάτη μέχρι να αποφασιστεί η καταδίκη του (ή όχι), καθώς και η παραμονή σε αυτήν για ελαφρότερα αδικήματα. Ο Foucault αναφερόμενος στα σωφρονιστήρια της Ολλανδίας (το Rasphuis, το Spinhuis, τη φυλακή της Γάνδης) καθώς και τα μετέπειτα του Gloucester και της Walnut Street, τονίζει τον έλεγχο που γίνεται σε αυτά όσον αφορά την ζωή των καταδίκων - ως και την παραμικρή λεπτομέρεια της καθημερινότητάς τους - καθώς και την προσπάθεια μετατροπής της συμπεριφοράς, που συνοδεύει την όλη σωφρονιστική λογική. Και καταλήγει παρατηρώντας πως, συνέπεια της όλης συλλογιστικής, είναι η διαμόρφωση μιας γνώσης για τα άτομα που κρατούνται σε αυτές. Από την παρατήρηση αυτή στη σελίδα 167 του βιβλίου, περνάει στο συμπέρασμα, μισή σελίδα αργότερα, ότι «… η φυλακή γίνεται τώρα ένα είδος μόνιμου παρατηρητή που επιτρέπει την κατανομή διαφόρων μορφών διαστροφής και αδυναμίας…». Θεωρεί την επικράτηση μιας συγκεκριμένης σωφρονιστικής πολιτικής στις φυλακές των συγκεκριμένων προτεσταντικών κρατών (και μάλιστα περιοριστικά σε αυτές που αναφέρει) ως την αρχή μιας λογικής παρακολούθησης της συμπεριφοράς των ατόμων μέσα στο σωφρονιστήριο, με απώτερο σκοπό την καταχώρηση δεδομένων για οποιαδήποτε χρήση. Γίνεται μέσα σε αυτές τις φυλακές μια συστηματική προσπάθεια αλλαγής συμπεριφοράς, νοοτροπίας, συνηθειών - κοινωνικών ή ατομικών - με άξονα όχι τόσο την επανένταξη του κατάδικου πίσω στην κοινωνία αλλά την παρεμπόδιση της υποτροπής του στο μέλλον. Καταλήγει θεωρώντας ότι η Φυλακή λειτουργεί πλέον ως όργανο γνώσης, όχι τόσο για το διαπραχθέν έγκλημα όσο για τους τυχόν επερχόμενους κινδύνους από το άτομο!
Είναι η πρώτη νύξη του Foucault σχετικά με το σύστημα σκέψης που διαμορφώνεται αυτή την εποχή (την κλασική εποχή) και που εξακολουθεί, όπως θα αναφέρει στη συνέχεια, και σήμερα να επικρατεί. Παρακάτω θα οδηγήσει την επιχειρηματολογία του σε πιο οργανωμένους αρμούς σύνδεσης μεταξύ εγκλεισμού – σωφρονισμού και επιστημονικής γνώσης. Για την ώρα το ρητορικό του ερώτημα είναι πως από τα «Νομικά Άλση» του Διαφωτισμού και τα παραδείγματα – σήματα που θα εξέπεμπαν τα μηνύματα τους στο κόσμο με σκοπό τον παραδειγματισμό και την αποτροπή σε μια λογική άμεσης επαφής της κοινωνίας με τους εγκλείστους, περάσαμε στην ποινή του σωφρονισμού του καταδίκου με κύριο μέσο τη Φυλακή, ποινή απαράδεκτη για τους Διαφωτιστές. Για αυτούς η τιμωρία είναι μια διαδικασία που αποβλέπει στην αποκατάσταση των ατόμων και την επανεισαγωγή τους στην κοινωνία ως υποκείμενα δικαίου. Η τιμωρία είναι κοινής αποδοχής και λειτουργεί παραδειγματικά για όλους ακόμη και για τους ίδιους τους τιμωρημένους.
Στην σωφρονιστική πολιτική, η αναδιοργάνωση και η ανάπλαση του εγκλείστου περνάει μέσα από συγκεκριμένες τεχνικές – ντρεσαρίσματος τις αναφέρει ο Foucault. Η λογική της συνεχούς παρατήρησης του εγκλείστου ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να ελέγχεται και να διορθώνεται. Πέρα από την ψυχολογική και πνευματική του αναδιάρθρωση, ο κρατούμενος των σωφρονιστηρίων της Γάνδης, του Gloucester και της Walnut Street αντιμετωπίζει και την καθημερινή πρακτική των καθορισμένων κινήσεων. Ακόμη και η προσευχή, το τελευταίο καταφύγιο των κατατρεγμένων, έχει μια σειρά από κινήσεις, δεδομένες για την «αποδοχή» της από το Θείο Ων. Η στάση προσοχής, η γονυκλισία, αναδεικνύουν το σεβασμό και την ταπείνωση. Στα σωφρονιστικά ιδρύματα η καθιερωμένη πρακτική κανονίζονταν από μια σειρά κανόνες, των οποίων η τήρηση ασπάζονταν την λογική της επιβράβευσης και αντιθέτως επιβάρυναν την θέση του άτακτου.
Απέναντι σε αυτές τις δύο πρακτικές η δεύτερη φαίνεται να βγαίνει κερδισμένη με το ξεκίνημα του αιώνα. Και είναι πάνω στις ιδέες του κοινωνικού συμβολαίου και των φυσικών δικαιωμάτων που στηρίχτηκε η θεωρητική του σωφρονισμού μέσω της Φυλακής. Στην Γαλλία, στην Αμερική, στην Αγγλία, στην Ολλανδία, στα κρατίδια του Ρήνου και της κάτω Ιταλίας, στη Ρωσία, οι αλλαγές που επήλθαν στις ποινικές νομοθεσίες, στην θεωρία του ποινικού κώδικα και της ποινικής δικονομίας, ήταν άμεσα επηρεασμένες από την μεταρρυθμιστική συλλογιστική του Beccaria, του Rousseau, του Montesqieu. Όμως η Φυλακή επικράτησε σαν το φάρμακο για όλες τις αρρώστιες. Για ποινικά, αστικά, εμπορικά, οικονομικά εγκλήματα η ποινή ήταν η ίδια. Κάθειρξη.
Η επιτυχία που της καταλογίζει ο Foucault αφορά στην επιτυχία ενός συστήματος σκέψης που επικρατεί έως σήμερα και έχει μετατρέψει ένα αρχικά περιορισμένο και δύσχρηστο σύστημα σωφρονισμού σε κύρια μορφή τιμωρίας σε όλο τον κόσμο. Η είσοδός της ψυχής στη σκηνή της ποινικής δικαιοσύνης με τις θέσεις των Διαφωτιστών αντικαθίσταται από μια μεταβολή στο τρόπο που το ίδιο το σώμα βάλλεται από τις σχέσεις εξουσίας, μέσω των σωφρονιστικών ιδρυμάτων που κανοναρχούν τις κινήσεις και τις διαθέσεις του κατάδικου με τη λογική της επιβράβευσης και της μείωσης της ποινής. Το σώμα επανέρχεται στο προσκήνιο της τιμωρίας, με ένα νέο ρόλο. Όχι με το στυγνό στιγματισμό του και την συντριβή του στο όνομα της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας, αλλά με την επιβολή επάνω του εκείνων των δυνάμεων που το καθιστούν ελεγχόμενο και ευκολομεταχείριστο. « Η προβληματοποίηση των σχέσεων μεταξύ αδικήματος και τιμωρίας δεν ερμηνεύεται από τον Foucault σαν εξελικτική συνέπεια της ποινικής σκέψης αλλά σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης καινούργιων τακτικών της εξουσίας χειραγώγησης του ανθρώπου…… οι διακηρύξεις των φυσικών δικαιωμάτων και η οριοθέτηση της σχέσης ατόμου – κοινωνίας στα πλαίσια ενός κοινωνικού συμβολαίου αποτελούν τα ιδεολογικά συστήματα του νέου καθεστώτος, που όπως παρατηρεί ο Foucault, έχουν για στέρεο υπόβαθρο την εμπέδωση της υποταγής των σωμάτων μέσα από την πειθαρχία. a»
a Δες και Νέστωρ Κουράκη Επίμετρο στο «Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής», εκδόσεις Ράππα 1989 σελ.424
b Max Weber Η Προτεσταντική Ηθική και το πνεύμα του Καθολικισμού, εκδόσεις Gutenberg 1978, σελ. 135 επ.
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.104
a Μισέλ Φουκώ Ο Μεγάλος Εγκλεισμός εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999 σελ. 34
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.161

a Νέστωρ Κουράκης, Ποινική Καταστολή, εκδόσεις Α.Ν.Σάκκουλα 1997 σελ. 118
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.124
g .G.Merquior, FOUCAULT, εκδόσεις Παττάκη 2002 σελ.252
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989-σελ.129
b ο.π. σελ.134
g ο.π. σελ.150
a Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989 σελ.154
b Μισέλ Φουκώ Επιτήρηση και Τιμωρία Η γέννηση της Φυλακής, εκδόσεις Ράππα 1989 σελ 157-158
a Π. Δέγλερης Ε. Κορυφιδου Γ. Νικολόπουλος, Φυλακή και Ποινικό Σύστημα στο «Surveiller et punir» του Μισέλ Φουκώ, Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, ειδικό τεύχος 68 Α σελ 101